Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

«Όρνιθες» του Αριστοφάνη


Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2014, βράδυ στο Δημοτικό αμφιθέατρο Δερύνειας.

Η κωμωδία «Όρνιθες» του Αριστοφάνη από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, να φαντάζει πιο επίκαιρη από ποτέ, μέσα στην οικονομική κρίση και την ηθική εξαθλίωση των ημερών μας. Σχοινοβατώντας ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ουτοπία, στο χθες και στο σήμερα, στο βατό και το άβατο, στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια από τη μία και στην κοινωνική εξαθλίωση από την άλλη, ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου εμποτίζει με “αριστοφανικό” χιούμορ την οικονομική κρίση και τη γενική κατάπτωση αξιών.

Η λύτρωση, όπως την αναζητά και προτείνει ο ποιητής,  μέσω μιας ριζικής αλλαγής, όσο ουτοπική κι αν μοιάζει, αντανακλά την ενδόμυχη επιθυμία του σύγχρονου ανθρώπου να απεγκλωβιστεί από ατομικές και κοινωνικές δεσμεύσεις. Να δημιουργήσει μια αλλιώτικη κοινωνία, χωρίς αδικίες, ανηθικότητες και υποκρισία.

Οι Όρνιθες είναι ένα ταξίδι στην επιθυμία για ένα κόσμο ελεύθερο, ένα κόσμο δίκαιο, με αίτημα την Ευτυχία. Είναι μια ιστορία ανατροπής μιας διεφθαρμένης και παρακμιακής κοινωνίας, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια για επιβίωση, που στο τέλος υποβαθμίζει την επιθυμία για Ζωή. Βαθιά πολιτικό μήνυμα με την διάσταση της κριτικής στον κόσμο των διεφθαρμένων πολιτικών χωμένων στα πλοκάμια του πελατειακού συστήματος, αλλά ταυτόχρονα μια ποιητική παραβολή που καυτηριάζει ένα κόσμο απάνθρωπο και ονειρεύεται μια κοινωνία διαρκούς κίνησης, με φαντασία, μέσα από τις Αρχετυπικές αξίες του Δικαίου και της Αξιοκρατίας. Ουτοπική αναζήτηση, φυγή προς τον κόσμο του ονείρου και της επιθυμίας του ανθρώπου να πετάξει πάνω από τις ατομικές και κοινωνικές δεσμεύσεις του και να δημιουργήσει μια «άλλη» κοινωνία, χωρίς υποκρισία, φόβο και κοινωνική αδικία που μπορεί να φαντάζει απραγματοποίητη αλλά αν ο Άνθρωπος σταματήσει να την επιθυμεί κινδυνεύει με αφανισμό. 




Στην τραγωδία, στην παράβαση, ο Χορός στρέφεται στους θεατές μεταφέροντας τις σκέψεις του συγγραφέα-ποιητή, σχολιάζοντας και επικρίνοντας. Στη πρώτη παράβαση ο Χορός απευθύνεται στον άνθρωπό:

Άνθρωπε!
Με μαύρα σύννεφα θαρρείς
Πως ντύθηκε ο ήλιος!

Αυτός ο ήλιος…

-Ο Χορός χορό να στήσει
Να τα χώσει και να φτύσει:
-Τους διεφθαρμένους της κομπίνας τραπεζίτες
Φτου!
-Τους μιζαδόρους χαϊκλέ πολιτικούς!
Φτου!
-Του κουστουμιού και της γραβάτας τους αλήτες!
Φτου!
Τους απαθείς, των καναπέδων τους λαούς!
Φτου! Φτου! Φτου! Φτου! Φτου! Φτου!

…Αυτός ο ήλιος δεν θα σβήσει
Θα τρέχει φως απ’ τις πληγές
Θα ‘ρθουν καινούργιες εποχές.

Αυτός ο ήλιος κι αν βουλιάξει
Θα τον σηκώσουμε ξανά


Ανάμεσα στη καυστική φαιδρότητα των λόγων του Αριστοφάνη το μικρό κορίτσι, στην δεύτερη παράβαση, φορτωμένο τα συντρίμμια των νέων ανθρώπων, να απευθύνεται στον μεγάλο, με ύφος «Αισχύλειας» τραγωδίας:

«… Κοίτα!
Ήσουνα κι εσύ παιδί κάποτε
Κι εγώ κάποτε θα γίνω μεγάλος
Γι’ αυτό μη μου σβήσεις τη ζωή
Κι ούτε τον ήλιο να μου σβήσεις
Δεν θέλω στη μιζέρια τους να ζω
Δεν θέλω να σπουδάσω ανεργία!

Άκου πατρίδα όπως την ήξερες δεν υπάρχει!
Αυτή είναι όπως είναι!
Εδώ είν’ η ζωή σου! Εδώ είν’ η ζωή μου!
Κι ας νιώθουμε εξόριστοι στην ίδια την πατρίδα μας!
Μπορούμε να κάνουμε κάτι;
Ναι!

… Το χέρι σου να δώσεις στον διπλανό σου
Κι αυτός σε κάποιον άλλο να το δώσει
Κι ο άλλος σ’ έναν άλλο
Χιλιάδες χέρια να ενωθούνε
Άντρες, γυναίκες…
Και να πούμε, ΟΧΙ!
Σε τι;
Στην κάλπη.
Αποχή.
Σ’ αυτούς που την αποχή, τάχα, εξηγούν
Όπως τους βολεύει
Να εξηγήσουμε αξιοπρέπεια τι σημαίνει
Δεν είναι σιωπή η αποχή ούτε βλακεία.
Είναι φωνή, μεγάλε!
Σιωπηρή επανάσταση.
Έτσι την καταλαβαίνω.
Σ’ αυτούς που μας παρέδωσαν
Μισή πατρίδα
Και τώρα μια ερειπωμένη γη!
Πόσοι κάνανε καριέρα στην πλάτη σου!
Πόσοι γεμίσανε τις τσέπες τους με τα δικά σου όνειρα!
Άδειασε στη μούρη τους όσα όνειρα σ’ αφήσανε
Και δώσε μέλλον στα όνειρα των παιδιών σου!

…δεν ξέρω αν θ’ αλλάξει αυτός ο κόσμος
Δεν αλλάζουνε οι κόσμοι έτσι απλά
Μα κι αν ο κόσμος δεν αλλάξει
Τουλάχιστον τα χέρια μας θα μείνουν ενωμένα…

Μαμά…
Τα μέσα μου τα σύννεφα σκουριά
Στα μάτια μου του χρόνου η μολυβιά
Το δάκρυ μου ζωγράφισε
Σαν λύπη…

Να ‘ρχόταν ένα αύριο
Να ‘ρχότανε μια θάλασσα, μαμά
Τον ήλιο να μου φέρει
Να τον βάλω
Σκουλαρίκι…

Να φέγγει…
Να φέγγει τ’ όνειρο
Ξανά

Άκου, μεγάλε
Όταν με ρωτάνε τι θέλω να κάνω όταν μεγαλώσω
Εγώ τους λέω «να ζήσω»

Μ’ ΑΚΟΥΣ;