Επέσατε θύματα, αδέρφια, εσείς
Το βράδυ ήρθαν αναπάντεχα στα όνειρά μου η γιαγιά η Κατερίνα
και ο γέρο Λούκας… Ξαφνιάστηκα όταν άκουσα τις πρόκες των παπουτσιών τους να
κτυπούν στο πλακόστρωτο της αυλής καθώς έσερναν τα κουρασμένα βήματά τους. Δεν
ήταν μόνοι. Είχαν μαζί τους τον ένα από τους γιούς τους, που περπατούσε
κρατώντας σφικτά από το χέρι την γιαγιά την Κατερίνα, να κρύβεται πίσω από την
μαύρη της ποδιά. Φάνταζε μικρός ο Οδυσσέας για δεκαοκτάχρονος έτσι όπως
περπατούσε μαζί με τους γέροντες γονείς του. Κοντοστάθηκαν μπροστά μου και η
αναπνοή τους αγκομαχούσε από την προσπάθεια και το προχωρημένο της ηλικίας
τους. Δεν με χαιρέτησαν με λόγια, ο γέρο Λούκας σήκωσε το χέρι και η γιαγιά η
Κατερίνα κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι. Δεν ήταν αυτή η γιαγιά που θυμόμουνα. Στο
βλέμμα τους ούτε ένα δάκρυ. Τα μάτια στεγνά, πέτρινα. Η πίκρα και η λύπη
ζωγραφισμένη στις τσακισμένες από τα χρόνια και τους καημούς φιγούρες τους.
Μόνο ο Οδυσσέας έδειχνε να προσπαθεί να ανακτήσει λίγο ακόμα από το χαμένο χάδι
της μάνας, καθώς η γιαγιά Κατερίνα τον κρατούσε σφικτά από το χέρι και κάθε
τόσο του χάιδευε τα μαλλιά.
Μίλησε ο γέρο Λούκας και είδα το μουστάκι του να ανασηκώνεται
και μια διπλή χαρακιά να σχίζει το μεσομέτωπο του. «Τη Κυριακή, μου είπε,
έχουμε τη κηδεία του Οδυσσέα. Θέλουμε να έρθεις. Θα είναι όλοι εκεί»…
Εγώ να τρέμω σύγκορμος. Ο κόμπος που με έσφιγγε στο στήθος
και το λαιμό να με πνίγει αφόρητα. Τα δάκρυά μου να γίνονται λυγμοί, να μην έχω
μπορέσει να αρθρώσω ούτε ένα γεια.
«Στον Άγιο Γεώργιο» συμπληρώνει και γυρίζει να φύγει. Έτσι
λιτά, με λέξεις λίγες, Δωρικές. Η γιαγιά Κατερίνα, χωρίς να αφήσει από το χέρι
τον Οδυσσέα, με άγγιξε με το άλλο χέρι και σήκωσε τα μάτια της σε μένα, με ένα βλέμμα
που έκρυβε μέσα του το πόνο της μάνας όλου του κόσμου.
«Κάτι ακόμα γιέ μου, είπε με φωνή σιγανή με ύφος σοβαρό
φέροντας μαζεμένη όλη τη σοφία της ανθρωπότητας, να τους ζητήσεις συγγνώμη
γιατί μέσα στην αμορφωσσιά μας τζιαι τη καθημερινή μας πάλη με την γην τζιαι τα
ζωντανά –τόσα στόματα να θρέψουμεν, έν εκαταφέραμεν να ξεχωρίσουμε το καλό που
το κακόν. Εν εκαταφέραμμεν να κάμμουμεν τίποτες για να αποτρέψουμμεν το κακόν,
να μας συγχωρέσουν τον γιό μου».
Έσφιξε πάνω της το γιό της, γύρισαν προς τη δύση και όλοι
μαζί βάδιζαν αργά προς το ηλιοβασίλεμα. Ο γέρο Λούκας να σέρνει με δυσκολία τα
βήματά του και η γιαγιά Κατερίνα με τη μαύρη μαντήλα να ανεμίζει, να κρατά
σφικτά των γιό της. Το χρυσοκύανο βάθος του σύμπαντος καθώς ο ήλιος έσερνε τα
κουρασμένα του άλογα στο λιόγερμα έδιναν μια ατμόσφαιρα μυσταγωγίας,
ζωντανεύοντας στιγμές της προδομένης ιστορίας της γης μας μαζί με τους ήρωες
και τους εφιάλτες της. Το υποβλητικό φως της δύσης του ήλιου και οι τρεις
φιγούρες να προχωρούν αντάμα σε με δωρική ερμηνεία Αισχύλειας τραγωδίας.
Δεν μίλησε καθόλου ο δεκαοκτάχρονος Οδυσσέας, μόνο έβλεπε τη
γη ακίνητος, ανέκφραστός και σκάλιζε με τη τεράστια αρβύλα του το χώμα.
Φεύγοντας όμως καθώς στύλωσε τα μάτια και με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα το
παγερό, μου είπε ξεκάθαρα:
«ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΖΗΣΩ…»
Βασίλης Γιωργαλλάς
3/10/2014
