Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Μάμας Δημητρίου του Ιωάννη (1899 – 1944), μια ξεχασμένη ιστορία…


Ο Μάμας Δημητρίου, γεννήθηκε στις 2/9/1899 στο Βαρώσι. Γονείς του ο Ιωάννης με καταγωγή τη Λυθράγκωμη Καρπασίας και η Μαρίτσα. Γνωρίζοντας την μητρική εγκατάλειψη από τα βρεφικά του χρόνια, βίωσε τον πρόωρο εργατικό μόχθο και  βρίσκεται στα 16 του χρόνια στο Μακεδονικό Σώμα των μουλαράδων στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Το 1919 συμμετέχει με το Ελληνικό Α΄ Σώμα Στρατού στην Οδησσό και τη Κριμαία στην εκστρατεία στην Ουκρανία. Εμπλέκεται στα Οκτωβριανά του 1931 και από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 εργάζεται στο Ελληνικό Ναυτικό μέχρι το 1944 όπου χάνεται για πάντα, όταν το ατμόπλοιο «Πηλεύς» που υπηρετούσε βυθίζεται από Γερμανικό υποβρύχιο στον Ανατολικό Ατλαντικό.

Αμέσως μετά τη γέννηση του η μητέρα του τον εγκαταλείπει και τον μεγαλώνει η γιαγιά του Σοφία. Τα δύσκολα παιδικά χρόνια καλλιεργούν ένα σκληραγωγημένο ατίθασο χαρακτήρα με το αίσθημα του κινδύνου άγνωστο και το πνεύμα της περιπέτειας έντονα χαραγμένο στον νεαρό Μάμα. Όταν με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου οι Άγγλοι αποικιοκράτες στρατολογούν άνδρες από τη Κύπρο για να επανδρώσουν το Μακεδονικό Σώμα των Μουλαράδων, ο Μάμας τρέχει να καταταγεί παρά τα 16 του χρόνια, με αριθμό εγγραφής 11547. Για τη συμμετοχή του αυτή ο Μάμας θα τιμηθεί με μεταλλείο από την Βρετανική κυβέρνηση.

Ο κατάλογος των ανδρών του Μακεδονικού Σώματος των Μουλαράδων (MMC Macedonian Mule Corps) η προσωπική κάρτα του Μάμα από το Βρετανικό Εθνικό Αρχείο.

Ελληνες στρατιώτες του Α΄ Σώματος Στρατού στην Ουκρανία
Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μάμας παραμένει στην Ελλάδα και με την ειδικότητα του σαν ημιονηγός συμμετέχει με το Α΄ Σώμα Στρατού στην επαίσχυντη εκστρατεία στην Ουκρανία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρασυρόμενος από τις γαλλικές υποσχέσεις συμμετέχει στην εκστρατεία καταστολής της επανάστασης των Μπολσεβίκων. Οι Ελληνικές δυνάμεις μεταβαίνουν στην Ουκρανία, για να υποστηρίξουν τους «Λευκούς», ένα συνοθύλευμα από Ουκρανούς εθνικιστές, οπαδούς του Τσάρου, που αποτελείτο από τοπικούς οπλαρχηγούς, στρατηγούς  και πρίγκιπες με προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες και άλλες ένοπλες οργανώσεις. Οι Ελληνικές μονάδες  δεν παρέλαβαν ποτέ τα μεταφορικά τους μέσα (ημίονοι), τον οπλισμό τους (πολυβόλα), ούτε τα άλογα των αξιωματικών που θεωρούνταν αναγκαίο μέσον της διοίκησης  στο πεδίον της  μάχης (Βλ .Π Δέλτα, Νικόλαος Πλαστήρας, Αθήνα 1979). Η εκστρατεία ήταν ανοργάνωτη και τα ελληνικά τμήματα τέθηκαν υπό τη διοίκηση της Α΄ Συμμαχικής ομάδας μεραρχιών, την οποία διοικούσε ο γάλλος στρατηγός Ντ’  Ανσέλμ. 

Οι Γάλλοι στρατιώτες ήταν καταπονημένοι από την περιπέτεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και πολλοί από αυτούς έβλεπαν με συμπάθεια το κομμουνιστικό καθεστώς του Λένιν εκφράζοντας την αντίθεση τους στη συμμετοχή σ’ έναν πόλεμο σκοπιμότητας, «αδικαιολόγητο και πρόχειρα προετοιμασμένο». Μεγάλη μερίδα Γάλλων στρατιωτών εγκαταλείπουν τις συμμαχικές δυνάμεις και τα σώματα των Λευκοφρουρών και τάσσονται με τις επαναστατικές δυνάμεις. Ο ανήσυχος όπως πάντα Μάμας αμέσως αντιλαμβάνεται την άδικη μεταχείριση του λαού τόσο από την ηγεσία του όσο και από την εκκλησία που αγνοώντας παντελώς την απάνθρωπη μεταχείριση του φτωχού λαού από την άρχουσα τάξη, συμπαρατάσσεται με τις Τσαρικές δυνάμεις.

Τον Απρίλιο του 1919 οι Ελληνικές δυνάμεις εγκαταλείπουν την Ουκρανία και ο Μάμας επιστρέφει στη Κύπρο έχοντας στις αποσκευές του το βάπτισμα του πολέμου αλλά και το επαναστατικό πνεύμα της αντίστασης σε οποιανδήποτε μορφή καταπίεσης και αδικίας. Η ολιγόμηνη επαφή του με τους Ρώσους επαναστάτες, η ανατροφή του από παππούδες «μισταρκούς» σε εύπορες οικογένειες της εποχής, ο πρώιμος, από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, εργατικός μόχθος στις οικοδομές και τα τουβλοποιεία, διαμόρφωσαν το ιδεολογικό υπόβαθρο του 20χρονου Μάμα. Με την επιστροφή του στην Κύπρο αρχίζει την οργάνωση των πρώτων κομμουνιστικών ομάδων στην Αμμόχωστο. Για τη δράση του αυτή χαρακτηρίστηκε ως ο πρώτος κομουνιστής της Αμμοχώστου.

Από την επαναστατική του δράση δεν μπορούσε να εξαιρεθεί η αποικιοκρατική κατοχική δύναμη των Εγγλέζων. Εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια στον αποικιακό ζυγό που είχε οδηγήσει τους εργάτες στην εξαθλίωση και τη φτώχεια.  Ο Μάμας πρωτοστατεί στα επεισόδια με τους Άγγλους με αποκορύφωμα την καταστροφή του αστυνομικού σταθμού Αμμοχώστου, στα γνωστά Οκτωβριανά το 1931. Ο ατίθασος χαρακτήρας του τον βρίσκει να γίνεται στόχος  να συλλαμβάνεται από τις κατοχικές δυνάμεις και να φυλακίζεται. 

Τα Οκτωβριανά ήταν η απαρχή της επιβολής ενός καθεστώτος βίας και τρόμου. Η μαύρη σκιά της δικτατορίας σκέπασε τις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου. Η νέα  κατάσταση είναι αγκάθι στον ατίθασο χαρακτήρα του και αποφασίζει να εγκαταλείψει και πάλι τη Κύπρο και να ενταχθεί στο Ελληνικό εμπορικό ναυτικό. Αρχίζει να εργάζεται σαν ναυτεργάτης στο ελληνικής ιδιοκτησίας φορτηγό ατμόπλοιο «Πηλεύς». Με το ατμόπλοιο Πηλεύς ταξιδεύει σε λιμάνια πρωτόγνωρα αποκτώντας γνώσεις και εμπειρίες. Στον Πειραιά γνωρίζει την Αναστασία από τη Σαντορίνη. Η Αναστασία και ο γιος της Χρίστος, από τον πρώτο της γάμο εγκατασταίνεται στην Αμμόχωστο, με τον Μάμα να οργώνει τα πέλαγα και τους ωκεανούς και να επιστρέφει στη Κύπρο μετά από μήνες και μερικές φορές και χρόνια. Με την Αναστασία ο Μάμας αποκτά 5 παιδιά, τον Δημήτρη (πέθανε μικρός), τον Παναγιώτη, τον Νίκο, τη Σοφία και τον Αντώνη.

Το ατμόπλοιο "Πηλεύς"
Στις 13 Μαρτίου 1944, το «Πηλεύς» ταξιδεύει με κενό φορτίο από το Freetown της Σιέρα Λεόνε με προορισμό το La Plata της Αργεντινής.  Το «Πηλέας» ήταν τότε ναυλωμένο από το Βρετανικό Υπουργείο Μεταφορών Πολέμου. Το πλήρωμα αποτελείται από 18 Έλληνες (ανάμεσά τους και ο Μάμας), 8 Βρετανούς, ένα από το  Άντεν, δύο Αιγύπτιους, τρεις Κινέζους, ένα Ρώσο, ένα από τη Χιλή και ένα Πολωνό. Καθώς το πλοίο ταξιδεύει περίπου 800Km βόρεια της νήσου Ascension και 1200Km νότια του Freetown, εντοπίζεται από το Γερμανικό υποβρύχιο U-852 υπό τη διοίκηση του Heinz-Wilhelm Eck. Το  U-852 δρα στον Κεντρικό Ατλαντικό με οδηγίες να βυθίζει χωρίς να αφήνει ίχνη. Στις 19.40 το Γερμανικό υποβρύχιο κτύπησε με δύο τορπίλες τον Πηλέα που μέσα σε λίγα λεπτά βυθίζεται δίχως να έχουν το χρόνο τα πληρώματα να φορέσουν τα ατομικά τους σωσίβια. Μερικοί από το πλήρωμα κατόρθωσαν να ανεβούν επάνω στις σωσίβιες σχεδίες που είχαν απελευθερωθεί κατά την βύθιση του πλοίου και στα συντρίμμια του πλοίου. Ανάμεσά τους και ο Μάμας.

Το σημείο βύθισης του "Πηλέα"

Heinz-Wilhelm Eck
Η ώρα 20.00 το U-852 πλησίασε τις σωσίβιες σχεδίες. Στην γέφυρα του ο διοικητής Eck, φοβάται ότι τα ίχνη από το ναυάγιο θα εντοπίζονταν το επόμενο πρωί όταν θα ξεκινούσαν οι περιπολίες αεροσκαφών της Βρετανικής Αεροπορίας από το Freetown ή από την νήσο Ascension.  Έτσι ο Eck αποφάσισε να σβήσει κάθε ίχνος από το ναυάγιο, δίνοντας εντολή στα πολυβόλα να βάλλουν προς τις σχεδίες. Το θέμα ήταν συγκλονιστικό. Οι ναυαγοί να προσπαθούν να σωθούν, να σηκώνουν τα χέρια τους ψηλά, αλλά να πυροβολούνται αλύπητα ενώ ταυτόχρονα οι σχεδίες εξακολουθούσαν να επιπλέουν… Ο  Eck στράφηκε στις χειροβομβίδες δεν έφεραν αποτέλεσμα. Οι σχεδίες επέπλεαν ακόμα στην επιφάνεια της θάλασσας… Μετά από 5 ώρες το υποβρύχιοU-852 απέτυχε να σβήσει τα ίχνη των ναυαγών και εγκατέλειψε τη περιοχή αφήνοντας τέσσερεις επιζώντες.  

Οι τέσσερεις επιζώντες τραυματισμένοι σε μια σωσίβια σχεδία περισυλλέχθηκαν από το πορτογαλικό ατμόπλοιο SS Alexander Silva μετά από 39 ημέρες στις 20 Απριλίου 1944. Οι τρεις ήταν ακόμη ζωντανοί, ο υποπλοίαρχος Αντώνιος Λιόσης, ο Δημήτριος Αργυρός και ο Rocco Said. Ο Άγις Κεφαλάς είχε αφήσει την τελευταία του πνοή 25 μέρες μετά την επίθεση ταλαιπωρημένος από γάγγραινα και κίτρινο πυρετό.


Από την δίκη στο Αμβούργο

Στις αρχές του Μάη οι Βρετανοί εντοπίζουν και κτυπούν το υποβρύχιο στις ακτές της Σομαλίας. Ο Heinz-Wilhelm Eck και τέσσερα μέλη πληρώματος που συνελήφθηκαν δικάστηκαν τον Οκτώβριο του 1945 από ένα βρετανικό στρατοδικείο στο Αμβούργο, με τον κυβερνήτη και δύο από τα μέλη του υποβρυχίου να καταδικαστούν σε θάνατο.


Στη Κύπρο η Αναστασία, έγκυος μάταια περιμένει τον σύζυγό της να γυρίσει. Το μαντάτο για τον χαμό του Μάμα θα φέρει λίγους μήνες αργότερα η πλοιοκτήτρια εταιρεία. Δύο χρόνια αργότερα ο ένας από τους τρεις επιζήσαντες, που συνεχίζει να εργάζεται σε πλοία, φθάνει στο λιμάνι της Λάρνακας. Θα στείλει μήνυμα στην οικογένεια και θα καταφέρει να συναντήσει στη Λάρνακα τον ένα από τους γιούς του, τον Παναγιώτη, δίνοντας πληροφορίες στην οικογένεια του για τον άδικο χαμό του. Ο Μάμας ήταν από τους πρώτους που σκοτώθηκε εν ψυχρώ από τους πολυβολισμούς του γερμανικού υποβρυχίου ενώ βρισκόταν σε μια σωσίβια λέμβο.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα για την οικογένεια του. Η χήρα Αναστασία να μεγαλώνει μόνη τα 5 παιδιά της σε εποχές δύσκολες. Ο Μάμας στον μακρινό υγρό του τάφο δεν έμελλε να αγκαλιάσει ποτέ τον τελευταίο του γιο, ούτε να δει τα υπόλοιπα παιδιά του να μεγαλώνουν.

Ο Μάμας αποτέλεσε ένας από τους πιο εκλεκτούς εκπροσώπους της γενιάς του, χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην εθνική παράδοση και τον αγώνα της εγκαταλελειμμένης εργατιάς. Ατίθασοι χαρακτήρες όπως ο Μάμας, παλληκάρια στη ψυχή και στο σώμα, κράτησαν ψηλά τους αγώνες του έθνους και έδωσαν αποκούμπι στην ανθρώπινη δυστυχία και εκμετάλλευση.  Οι σκέψεις του Ελύτη θα ταίριαζαν πλήρως στον βίο και πολιτεία του Μάμα, όπως ο ίδιος ο Ελύτης  χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ’ την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος».

Β. Γιωργαλλάς
13/3/2015