Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

«Οι Πέρσαι» του Αισχύλου

Στη Σούσα, η υπεροψία ότι «ο στρατός της Περσίας είναι ανίκητος κι η καρδία του λαού της ατσάλι» έχει  κλονιστεί. Η αυτοκρατορία της μοναξιάς έχει ηττηθεί στην «αιώνια γη» από ανθρώπους,  που κατά τον Αισχύλο, «δεν είναι δούλοι και υπήκοοι κανενός» και έχοντας πάντα κατά τον μεγάλο τραγικό, «μόνο μια φλέβα ασήμι, θησαυρό στη γη τους».

Το βασίλειο των υπηκόων κλαίει γι’ αυτούς που έχουν χαθεί συνειδητοποιώντας τον όλεθρο καθώς ο αγγελιαφόρος εξιστορεί τη φοβερή καταστροφή. Ο Πέρσης αγγελιοφόρος, τελειώνει την αναφορά του με τον υπέροχο πολεμικό παιάνα των Έλληνων:

«Ω, παιδιά της Ελλάδας, εμπρός για να ελευθερώσετε την πατρίδα, τα παιδιά, τις γυναίκες, τους βωμούς των πατρώων θεών και τους τάφους των προγόνων σας. Νυν υπέρ πάντων αγών».
(Ω παίδες Ελλήνων ίτε,  Ελευθερούτε Πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας,  Γυναίκας, Θεών τε Πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων. Νυν υπέρ πάντων αγών).

Ποιο υπέροχος ύμνος προς την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ δεν έχει ακουστεί διά μέσου των αιώνων. Ο Αισχύλος γίνεται κήρυκας Ελευθερίας και υμνητής της Ελληνική φιλοπατρίας και αρετής,  στρεφόμενος κατά της δουλείας.


«Οι Πέρσαι» του Αισχύλου, από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου στο αμφιθέατρο της Δερύνειας, 26/7/2017.

Απέναντι τρεμοσβήνουν τα φώτα της σκλαβωμένης του Ευαγόρα πόλης…

Βασίλης Γιωργαλλάς

27 Ιουλίου 2017

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Πισθάγκωνα δεμένος

Ο πισθάγκωνα δεμένος δεκαενιάχρονος, φτύνοντάς σε κατάμουτρα ποτέ δεν θα πεθάνει… Αττίλα!!!

«Όταν του έτεινα το όπλο με έφτυσε στο πρόσωπο. Τον πυροβόλησα στο μέτωπο».
Αττίλα Ολγκάτς, Τούρκος ηθοποιός, εισβολέας του 1974.

...Ο στρατιώτης της ΕΛΔΥΚ βρέθηκε με δεμένα τα χέρια πισθάγκωνα με το κορδόνι των στρατιωτικών του αρβυλών!

...Σε ομαδικό τάφο βρέθηκαν τα οστά 38 στρατιωτών και αξιωματικών της 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού...  κάποιοι εξ αυτών εκτελέσθηκαν δεμένοι πισθάγκωνα...



Σ’ έφτυσε, λοιπόν, καταπρόσωπο, Αττίλα,
Ο δεκαεννιάχρονος,
Κι εσύ; Εσύ, τι άλλο; Τον πυροβόλησες,
πισθάγκωνα δεμένο.
Τάχα τον σκότωσες.
Τάχα πόνεσε ο Ελλήσποντος, από το μαστίγιο
του Ξέρξη.
Να ήταν, άραγε, ξανά, οι δύο κόσμοι;
Ξανά, το «περισσότερη τιμή τους πρέπει»,
εκείνους τους ελάχιστους «πολλούς»
που κάτι «Μήδους»
που «επιτέλους θα διαβούνε»
ξανά
και ξανά
κατάμουτρα τους φτύνουν;
Θα το νιώσεις άραγε ποτέ, Αττίλα,
θα το ψυχανεμιστείς, ίσως,
πως ο πισθάγκωνα 19 χρονών δεμένος
φτύνοντάς σε κατάμουτρα
ποτέ δεν πεθαίνει;
Ποτέ.
                                             Άντης Ροδίτης


20 Ιουλίου 2017. Στέκομαι πάνω από τους τάφους σας. Δεν μπορώ να δω, δεν μπορώ να διαβάσω. Τα μάτια μου μια θάλασσα οδύνης, βουρκώνουν...  προσπαθώ να συγκρατήσω τους λυγμούς που ανεβαίνουν... καταπίνω τα αναφιλητά μου... Ακούω τις φωνές σας μέσα από τον τάφους… να προσπαθούν να διώξουν την απελπισιά μου, να φωτίσουν ξανά τον δρόμο μου… Η φωνή σας φτάνει από την στερνή πνοή σας στο παγωμένο μάρμαρο, στο τώρα, ευχή και κατάρα μαζί... Αβυσσαλέα η οδύνη της πραγματικότητας…  βρίσκεστε εδώ πιστοί στο κάλεσμα της πατρίδας, γιατί κοιτάξατε κατάματα τον θάνατο… τον φτύσατε τον θάνατο…



Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία


Γύρω μου ακόμη βουίζουν οι μέλισσες… Δέκα χιλιάδες…

Β. Γιωργαλλάς
20/7/2017

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Ήρωα μου(2)…

Σκαλίζατε τα όνειρά σας τις θερινές νύκτες της νιότης σας. Μικρές βαρκούλες να αρμενίζουν στα ακρογιάλια της γης σας. Δυὸ δυνατές φτερούγες που ανοιγοκλείνουν,  όπως φυσάει ο  ανοιξιάτικος αέρας και μέσα στον ήχο του πετάγματος να ακούγονται βαριές οι πατημασιές σας. Με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεστε σε μια αμμουδιά στρωτή, στιλβωμένη από φεγγάρι  κι ένα πανί που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’  την ανάσα σας το λιόγερμα.

Μετά  το σπίτι στοίχειωσε, όλα πάλιωσαν. Καρφιά  να ξεκολλάνε και κάδρα να ρίχνονται στο κενό, οι σουβάδες να πέφτουν αθόρυβα και ένα σακάκι να μένει ξεχασμένο από χρόνια στην κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο. Δάκρια γεμίζουν τα μάτια, όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι τις σιωπής απ’ τα γόνατά της μοναξιάς μας, όπως πέφτει μια λουρίδα από το φεγγάρι στη φωτογραφία σου στο τοίχο.

Χρόνια η μάνα με την μαντήλα να κρύβει το πρόσωπό της... Εσύ να σιγοπερπατάς ξυπόλυτος μες στην άχνα της νύκτας, να μην ακούγεται η πατημασιά έξω στο δρόμο, να μην ακούγονται  τα βήματα, που μάταια καρτερά η δόλια μάνα. Τα βράδια ο ύπνος να έρχεται αργά και βασανιστικά. Ένα τζάμι ή κάποιος καθρέφτης να ραγίζει και όπως κάνει να κοιτάξει σ’ αυτόν, πίσω απ’ την σκόνη και τις ραγισματιές, εφιάλτης στα όνειρα της, να αντικρίζει θαμπό και  τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπό σου που άλλο δε ζήτησε από τη ζωή της παρά να το κρατήσεις καθάριο μέχρι τη στερνή πνοή της.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι, κι’ όσο κι αν διψώ πώς να το φέρω στα χείλη μου;  Πώς να  γευτώ τη δόξα της θυσίας σου και να μην ματώσω ήρωά μου. Πώς να υμνήσω ήρωά μου τη δόξα της θυσίας σου, που στεγνώνει η πένα στο γλυκό βλέμμα της νιότης σου.

Οι ήρωες γεννιούνται άντρες. Το ακούς από το πρώτο τους κλάμα. Το βλέπεις από την πρώτη τους ματιά.  Από τη δίψα τους να θηλάσουν τη ζωή, τη φωτιά, την αλμύρα, να θηλάσουν ολάκερη τη ζωή με μια ρουφηξιά. Το νιώθεις από την αγκαλιά που σου χαρίζουν, από μωρά νιώθεις την αντάρα τους που μέσα τους βράζει. Λαχταρούν τον κόσμο όλο μέσα στις μικρές τους παλάμες να χωρέσουν, σπαρταρά η πέτρα στα χέρια τους αναζητώντας απαντήσεις σε όλα τα ανεξήγητα "γιατί". Το ξέρουν πώς καθένας μονάχος πορεύεται στον ερώτα, μονάχος  στη δόξα, μονάχος και στο θάνατο. Κοιτώντας τα αστέρια τη νύχτα, προσκυνούν τον Θεό, εύχονται να αξιωθούν να Τον αγγίξουν, να τιθασέψουν τον άνεμο, το αδύνατο δυνατό να κάνουν. Όχι γι’ αυτούς, όχι για τη δόξα τους, μόνο για τον Άνθρωπο, για τη ζωή.

Τους παρατηρείς όπως τρέχουν λεβέντες, με τους πράσινους μπερέδες τους, πάνω σε κακοτράχαλους βράχους, κοφτερούς κι ας κόβονται, κι ας ματώνουν ποτέ δεν σταματούν, στην κορφή τους φτάνουν.  Ρίχνονται οικειοθελώς μες στη φωτιά κι ας ξέρουν ότι θα χαθούν. Οι μεγαλύτερες νίκες τους οι ήττες τους, αρκεί που κόντρα στον άνεμο πήγαν. Κι όταν ο θάνατος τους βρίσκει αποκαμωμένους και προδομένους, δεν θρηνούν ούτε δακρύζουν, μόνο η θλίψη τους σκεπάζει τα μάτια. Το άλλοτε γαλάζιο γίνεται μαύρο και δεν ξέρεις τι να αγαπήσεις περισσότερο, τη δύναμή τους ή τη σιωπή τους. Κι εκεί που νομίζεις ότι τα πάντα χάθηκαν, ότι έσβησε η φλόγα, σπάνε τα φτερά τους, σαν γέρικοι αετοί και ξανασχίζουν τον άνεμο πιο νέοι, πιο ρωμαλέοι, πιο ανδρειωμένοι από ποτέ.

Αν κάποτε μπορέσεις να τους ανταμώσεις, μην τους φοβηθείς  κι ας μπορεί να σε σημαδέψουν για πάντα. Αν κάποτε τους ανταμώσεις, μην τους φοβηθείς, με τέτοιους Ήρωες αξίζει να σφραγίσεις τις μνήμες σου για πάντα…


Βασίλης Γιωργαλλάς 07/02/2017