Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Ήρωα μου(2)…

Σκαλίζατε τα όνειρά σας τις θερινές νύκτες της νιότης σας. Μικρές βαρκούλες να αρμενίζουν στα ακρογιάλια της γης σας. Δυὸ δυνατές φτερούγες που ανοιγοκλείνουν,  όπως φυσάει ο  ανοιξιάτικος αέρας και μέσα στον ήχο του πετάγματος να ακούγονται βαριές οι πατημασιές σας. Με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεστε σε μια αμμουδιά στρωτή, στιλβωμένη από φεγγάρι  κι ένα πανί που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’  την ανάσα σας το λιόγερμα.

Μετά  το σπίτι στοίχειωσε, όλα πάλιωσαν. Καρφιά  να ξεκολλάνε και κάδρα να ρίχνονται στο κενό, οι σουβάδες να πέφτουν αθόρυβα και ένα σακάκι να μένει ξεχασμένο από χρόνια στην κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο. Δάκρια γεμίζουν τα μάτια, όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι τις σιωπής απ’ τα γόνατά της μοναξιάς μας, όπως πέφτει μια λουρίδα από το φεγγάρι στη φωτογραφία σου στο τοίχο.

Χρόνια η μάνα με την μαντήλα να κρύβει το πρόσωπό της... Εσύ να σιγοπερπατάς ξυπόλυτος μες στην άχνα της νύκτας, να μην ακούγεται η πατημασιά έξω στο δρόμο, να μην ακούγονται  τα βήματα, που μάταια καρτερά η δόλια μάνα. Τα βράδια ο ύπνος να έρχεται αργά και βασανιστικά. Ένα τζάμι ή κάποιος καθρέφτης να ραγίζει και όπως κάνει να κοιτάξει σ’ αυτόν, πίσω απ’ την σκόνη και τις ραγισματιές, εφιάλτης στα όνειρα της, να αντικρίζει θαμπό και  τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπό σου που άλλο δε ζήτησε από τη ζωή της παρά να το κρατήσεις καθάριο μέχρι τη στερνή πνοή της.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι, κι’ όσο κι αν διψώ πώς να το φέρω στα χείλη μου;  Πώς να  γευτώ τη δόξα της θυσίας σου και να μην ματώσω ήρωά μου. Πώς να υμνήσω ήρωά μου τη δόξα της θυσίας σου, που στεγνώνει η πένα στο γλυκό βλέμμα της νιότης σου.

Οι ήρωες γεννιούνται άντρες. Το ακούς από το πρώτο τους κλάμα. Το βλέπεις από την πρώτη τους ματιά.  Από τη δίψα τους να θηλάσουν τη ζωή, τη φωτιά, την αλμύρα, να θηλάσουν ολάκερη τη ζωή με μια ρουφηξιά. Το νιώθεις από την αγκαλιά που σου χαρίζουν, από μωρά νιώθεις την αντάρα τους που μέσα τους βράζει. Λαχταρούν τον κόσμο όλο μέσα στις μικρές τους παλάμες να χωρέσουν, σπαρταρά η πέτρα στα χέρια τους αναζητώντας απαντήσεις σε όλα τα ανεξήγητα "γιατί". Το ξέρουν πώς καθένας μονάχος πορεύεται στον ερώτα, μονάχος  στη δόξα, μονάχος και στο θάνατο. Κοιτώντας τα αστέρια τη νύχτα, προσκυνούν τον Θεό, εύχονται να αξιωθούν να Τον αγγίξουν, να τιθασέψουν τον άνεμο, το αδύνατο δυνατό να κάνουν. Όχι γι’ αυτούς, όχι για τη δόξα τους, μόνο για τον Άνθρωπο, για τη ζωή.

Τους παρατηρείς όπως τρέχουν λεβέντες, με τους πράσινους μπερέδες τους, πάνω σε κακοτράχαλους βράχους, κοφτερούς κι ας κόβονται, κι ας ματώνουν ποτέ δεν σταματούν, στην κορφή τους φτάνουν.  Ρίχνονται οικειοθελώς μες στη φωτιά κι ας ξέρουν ότι θα χαθούν. Οι μεγαλύτερες νίκες τους οι ήττες τους, αρκεί που κόντρα στον άνεμο πήγαν. Κι όταν ο θάνατος τους βρίσκει αποκαμωμένους και προδομένους, δεν θρηνούν ούτε δακρύζουν, μόνο η θλίψη τους σκεπάζει τα μάτια. Το άλλοτε γαλάζιο γίνεται μαύρο και δεν ξέρεις τι να αγαπήσεις περισσότερο, τη δύναμή τους ή τη σιωπή τους. Κι εκεί που νομίζεις ότι τα πάντα χάθηκαν, ότι έσβησε η φλόγα, σπάνε τα φτερά τους, σαν γέρικοι αετοί και ξανασχίζουν τον άνεμο πιο νέοι, πιο ρωμαλέοι, πιο ανδρειωμένοι από ποτέ.

Αν κάποτε μπορέσεις να τους ανταμώσεις, μην τους φοβηθείς  κι ας μπορεί να σε σημαδέψουν για πάντα. Αν κάποτε τους ανταμώσεις, μην τους φοβηθείς, με τέτοιους Ήρωες αξίζει να σφραγίσεις τις μνήμες σου για πάντα…


Βασίλης Γιωργαλλάς 07/02/2017