Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΛΩΝΑ – Η ΓΕΡΙΚΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΛΩΝΑ – Η ΓΕΡΙΚΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Μια γέρικη αμυγδαλιά να παλεύει να κρατηθεί στη γη όπως οι λιγοστοί κάτοικοι της Άλωνας, να κρατιέται ζωντανή με το φως του πατέρα ήλιου και την αγάπη για ζωή. Με τρόπο μοναδικό να δοξολογεί με την σπάνια ομορφιά της τον έρωτα, την αγάπη και την ευωδιά της φύσης. Μια γέρικη αμυγδαλιά σε απέλπιδα πάλη για επιβίωση στις καταστραμμένες από ξερολιθιά δόμες της Άλωνας.

«Μην περπατάς τόσο γρήγορα. Η ζωή είναι μικρή. Η μουσική δεν κρατάει για πάντα». Την ακούω να μου σιγοψιθυρίζει. «Η σιωπή είναι η πιο μεγάλη αλήθεια της ζωής. Καλύτερα να μη βιαστείς να την φτάσεις»…



Εδώ στην ερημιά ψάχνω να βρω την ψυχή μου. Το φως και το σκοτάδι να σμίγουν με σπάνια ευαισθησία και αγωνία, την νοσταλγία και την  πίκρα, αλλά και με αισιοδοξία τη πορεία αναζήτησης του Ανθρώπου. Θυμούμαι τα παιδικά μου χρόνια. Τότε που η δική μου γη μοσχομύριζε από αλμύρα και τον τίμιο του πατέρα ιδρώτα. Δεν είχαμε ξερολιθιά αλλά αμμουδιά, φως πολύ φως, άπλετο  γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας. Τόποι παλιοί που αγάπησα…

«Δεν παραιτούμαι», μου μουρμουρίζει με πείσμα. «Τα πιο όμορφα πράγματα είναι μοναχικά, είναι δραματικά, είναι στερημένα. Εδώ στη ξερολιθιά  εγώ με πείσμα θα συνεχίσω να σκαρώνω ποιήματα». Νοσταλγικά πισωκοιτάζει. Τα στοιχεία που συνθέτουν αυτό το τοπίο, μυριάδες ατελεύτητοι συνδυασμοί. Το φως του ήλιου, του μεγάλου αρχιτέκτονα της ζωής να σμιλεύει βράχους, η απλότητα δεν μεταφράζεται! Οι μαύροι σκληροί βράχοι κόντρα στον άνεμο, αδιαπραγμάτευτος συμβολισμός και προσήλωση στις πρωτόγονες αξίες. Οι άνθρωποι από τη γέννησή τους ως τα γεράματα, ελπίζουν ότι κάπου, κάποτε, με κάποιον τρόπο, τα όνειρά τους θα εκπληρωθούν. Αυτή η ελπίδα, τα απλά και άδολα όνειρα, αυτά που δεν ζητούν να εκπληρωθούν, αυτά που επιτρέπονται…

«Ας μην καταδικάσουμε τους ονειροπόλους, περαστικέ μου φίλε», συνεχίζει διαβάζοντας με απόλυτη μαεστρία και σοφία τις σκέψεις μου, «αλλά ας σμίξουμε μαζί τους. Όσοι δεκτικοί, όσοι επαναστάτες και ανυπόταχτοι εδώ ελάτε. Προσωπικά, διαθέτω μια πλουσιότατη συλλογή ονείρων. Όνειρα παιδικά, εφηβικά, νεανικά, ώριμα. Τα έχω προσεκτικά τοποθετημένα στις ρίζες μου στις σχισμάδες των βράχων, σε απόλυτη χρονολογική σειρά, σε αντιστοιχία με τους μήνες, τα χρόνια τις δεκαετίες. Κάθομαι και τα καμαρώνω, τα ξεσκονίζω, τα αναπλάθω. Τις νύχτες που λυσσομανάει ο άνεμος, που βρέχει ασταμάτητα, τα όνειρα, είναι μια ακριβή παρέα, ένα ταξίδι αέναο μέσα στο χρόνο, μια συνεχής επιστροφή στην πρώτη νεότητα, μια γεύση από γλυκό του κουταλιού μιας αγαπημένης γιαγιάς, μια γεύση από μέλι και κανέλα»!  

 

Σε ευχαριστώ γέρικη αμυγδαλιά που μου θύμισες την ομορφιά της ζωής, που γίνεσαι η έμπνευση των αναζητήσεών μου, που με παρωθείς να δω τη ζωή με αισιοδοξία. Στις απόκρημνες σχισμάδες της μαυρολιθιάς προβάλεις πανέμορφη και αυθάδικη, σέρνοντας μαζί σου αιώνες  και περιφρονώντας το κρύο των καιρών. Έτσι όπως σμίγει το φως με την απεραντοσύνη του σύμπαντος και ο βράχος με τον ουράνιο περίβλημα της γης να γίνεσαι σπονδοφόρος ελπίδας φέροντας, με την ομορφιά και την μυρωδιά σου, το αισιόδοξο μήνυμα της αναζήτησης της ψυχής μας, της παιδικής μας αθωότητας, της πίστης στα υψηλά ιδανικά, τη μέθη του έρωτα, ένα ευχαριστώ στον ήρωα, που πάτησε τα άγια χώματά σου, μια γλυκιά ανάμνηση σε μια γιαγιά, που μας έμαθε την αλήθεια νανουρίζοντάς μας με παραμύθια. Για όλα όσα αξίζει να αγωνιζόμαστε, πορεία προς το φως μέσα από το φως της αγάπης μας, πορεία προς την αιώνια αλήθεια… 

Βασίλης Γιωργαλλάς

13/3/2024

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Της γης οι εσταυρωμένοι…

Αντ’ ευχών… (Λίγο μακροσκελές κείμενο… αλλά νομίζω αξίζει…)

«Το δρομολόγιο που μου άλλαξε τη ζωή»

Η εξομολόγηση ενός ταξιτζή για ένα απρόσμενο επιβάτη:

Ένα βράδυ συνέβη κάτι καταπληκτικό. Κάτι που θα το θυμάμαι για πάντα. Κάποιος ζήτησε ταξί από μια ήσυχη περιοχή της πόλης. Πήγα στο σημείο και είδα ότι αυτός που ζήτησε ταξί, έμενε σε ένα μικρό αλλά πολύ όμορφο σπίτι.


Όση ώρα περίμενα απ’ έξω να ανοίξει η πόρτα, σκεφτόμουν ότι ο πελάτης θα ήταν κάποιος μεθυσμένος που ήθελε να γυρίσει σπίτι του. Κάποια που τσακώθηκε με τον εραστή της ή κάποιος που εργάζεται πρωινή βάρδια σε κάποιο εργοστάσιο στο βιομηχανικό τμήμα της πόλης. Περιπτώσεις δηλαδή που συναντούσα πολύ συχνά.

Γύρισα και κοίταξα ξανά προς το σπίτι. Το κτίριο ήταν σκοτεινό, εκτός από ένα μοναδικό φως σε ένα παράθυρο στο ισόγειο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι περισσότεροι ταξιτζήδες θα κόρναραν μια, δυο φορές. Στη συνέχεια, αν εξακολουθούσε να μην εμφανίζεται κανείς, θα έφευγαν για να παραλάβουν τον επόμενο πελάτη.

Η αλήθεια είναι ότι είχα μπει σε πειρασμό να φύγω. Το είχα κάνει και σε άλλες περιπτώσεις αλλά αυτή τη φορά κάτι με σταματούσε. Κάτι που δεν μπορούσα να εξηγήσω.

Βγήκα από το αυτοκίνητο, περπάτησα μέχρι την πόρτα και χτύπησα το κουδούνι. «Μισό λεπτό», μου απάντησε μια εύθραυστη, αδύναμη φωνή από το εσωτερικό. Έμοιαζε σαν τη φωνή μιας πολύ ηλικιωμένης γυναίκας”.

Στεκόμουν έξω από την πόρτα και μπορούσα να ακούσω κάτι βαρύ να σέρνεται στο πάτωμα. Μετά από μια μακρά παύση, η πόρτα τελικά άνοιξε.

Μια κοντή, αδύνατη ηλικιωμένη γυναίκα στάθηκε μπροστά μου. Με την πρώτη ματιά έμοιαζε ότι ήταν από 85 μέχρι 90 χρονών. Ίσως και λίγο παραπάνω.

Φορούσε ένα φόρεμα με λουλούδια και ένα καπέλο με ένα βέλο καρφωμένο πάνω του. Ήταν το είδος των ρούχων που σήμερα μπορεί κάποιος να δει μόνο στις ασπρόμαυρες ταινίες του 30 και του 40. Δίπλα της υπήρχε ακουμπισμένη στο πάτωμα μια μικρή νάιλον βαλίτσα.

Φαινόταν λυπημένη αλλά ήρεμη. Έριξα μια διακριτική ματιά από την πόρτα στο εσωτερικό του σπιτιού. Όλα τα έπιπλα ήταν καλυμμένα με χαρτιά από εφημερίδες και ύφασμα. Έμοιαζε ακατοίκητο, σαν να μην έμενε ποτέ κανείς σε αυτό.

Δεν υπήρχαν ρολόγια στους τοίχους, δεν υπήρχαν διακοσμητικά, χαλιά, τίποτα.

«Μπορείτε να μεταφέρετε την βαλίτσα μου έως το αυτοκίνητο σας παρακαλώ; Θα ήθελα για μερικές στιγμές να μείνω μόνη. Στη συνέχεια, αν θέλετε, ελάτε να με βοηθήσετε να περπατήσω μέχρι το αυτοκίνητο. Δεν νιώθω πολύ δυνατή» την άκουσα να μου λέει ευγενικά.

Πήρα την βαλίτσα, την τοποθέτησα στο πορτ μπαγκάζ και στη συνέχεια επέστρεψα για να την βοηθήσω. Κράτησε το χέρι μου, και περπατήσαμε αργά μέχρι την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου.

Συνέχεια με ευχαριστούσε. «Δεν είναι τίποτα» της έλεγα. «Απλώς προσπαθώ να συμπεριφέρομαι στους επιβάτες μου με τον τρόπο που θα συμπεριφερόμουν και στη μητέρα μου».

Όταν μετά από μερικά λεπτά φτάσαμε στο αυτοκίνητο, μου έδωσε μια διεύθυνση και στη συνέχεια με ρώτησε: «Θα μπορούσαμε να περάσουμε μέσα από το κέντρο της πόλης;»

«Μα δεν είναι ο πιο σύντομος δρόμος» της απάντησα.

«Ω, δεν πειράζει» μου είπε. «Δεν βιάζομαι. Ούτως ή άλλως πηγαίνω στο γηροκομείο".

Σήκωσα το βλέμμα και την κοίταξα από τον καθρέπτη. Τα μάτια της άστραφταν. Έμοιαζε ότι ήταν έτοιμη να κλάψει.

«Δεν έχω οικογένεια» συνέχισε. «Ο γιατρός μου είπε να πάω εκεί. Λέει ότι δεν έχω πολύ καιρό ακόμη για να ζήσω».

Ξεκίνησα το αυτοκίνητο και έκλεισα τον μετρητή. «Από ποια διαδρομή θα θέλατε να πάμε;» την ρώτησα.

Για τις επόμενες δύο ώρες μου έλεγε και εγώ οδηγούσα μέσα στην πόλη.

Μου έδειξε το ξενοδοχείο όπου κάποτε εργαζόταν στη ρεσεψιόν. Μου έδειξε τη γειτονιά και το σπίτι που ζούσαν μαζί με τον σύζυγό της όταν παντρευτήκαν.

Μου ζήτησε να την πάω σε μια αποθήκη επίπλων που κάποτε ήταν αίθουσα χορού. Εκεί όταν ήταν παιδί έμαθε να χορεύει μαζί με τις αδελφές της.

Σταματήσαμε και σε ένα κτίριο χωρίς όμως να πει τίποτα γι’ αυτό. Απλά κοίταζε επίμονα έξω στο σκοτάδι με θλιμμένο βλέμμα.

Όταν είδε τις πρώτες ακτίνες του ήλιου να ξεπροβάλλουν από την ανατολή μου είπε «Κουράστηκα. Ας πάμε στο γηροκομείο τώρα.».

Προχωρήσαμε μέχρι την διεύθυνση που μου είχε δώσει χωρίς κανείς από τους δυο μας να βρει το κουράγιο να σπάσει τη σιωπή.

Ήταν ένα χαμηλό κτίριο, σαν ένα μικρό αναρρωτήριο. Ήταν απλό και μάλλον καταθλιπτικό. Δύο νοσηλευτές βγήκαν από την είσοδο και χωρίς να με περιμένουν. Άνοιξαν την πόρτα της και την βοήθησαν να βγει και να καθίσει σε ένα αναπηρικό καροτσάκι. Βγήκα έξω, έβγαλα την βαλίτσα της και πλησίασα για να της την αφήσω.

Με κοίταξε και την είδα που άρχισε να ψάχνει για το πορτοφόλι της.

«Τι σας χρωστάω;» με ρώτησε.

«Τίποτα …» της είπα.

«Μα πρέπει να πάρετε κάτι. Πρέπει να ζήσετε και εσείς» μου απάντησε.

«Υπάρχουν και άλλοι επιβάτες» της χαμογέλασα και την είδα να μου ανταποδίδει το χαμόγελο.

Σχεδόν χωρίς σκέψη, έσκυψα και την αγκάλιασα. Την κράτησα για λίγο πάνω μου σφιχτά χωρίς να αρθρώσω λέξη. Άλλωστε δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσα να πω περισσότερο.

Έσφιξα το χέρι της στο δικό μου και περπάτησα κάτω από το αμυδρό φως προς το ταξί μου. Πίσω μου μπορούσα να ακούσω την πόρτα του γηροκομείου που έκλεινε δυνατά. Ήταν ο ήχος του κλεισίματος μιας ζωής.

Ένιωσα ένα κόμπο στο λαιμό μου. Γύρισα το κλειδί, έβαλα μπροστά τη μηχανή και κατευθύνθηκα προς το σπίτι μου. Δεν είχα το κουράγιο να δουλέψω άλλο εκείνο το βράδυ.

Δανεισμένο από

Ευαγγελία Λούτσου, 23/09/2019

 

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020


Φεύγεις με πανσέδες ένα λιόγερμα



Φεύγεις αντίκρυ έτσι απλά
με όλες τις αισθήσεις, με όλα τα δώρα τ’ ουρανού
που υψώνονται απ’ τα έγκατα της γης
Φεύγεις με πανσέδες ένα λιόγερμα
όταν ο ήλιος βυθίζεται στο πέλαγος
όταν οι ορίζοντες υπόσχονται

















Αύριο όταν η θύμηση θα φαντάζει προσευχή
χαρές κρυμμένες πίσω απ’ τον καιρό
αιωνιότητες σαν χρωματιστές κορδέλες
του χθες, του τώρα, του αύριο
Φοβάμαι. Πονώ, σε κάθε ανάβλεμμα
ένα σκουριασμένο παλιομάχαιρο σκαλίζει βαθιά την πληγή
στοχάζομαι όσα πίσω αφήνεις,
στην εξορία του νου
εκεί που με καλούν οι φωνές.
Μερόνυχτα κρατώ τον ύπνο έξω απ’ τα ματόφυλλα
σαν στοιχειωμένα της ερημιάς όνειρα
να ξεπετάγονται μέσα απ’ τις χαραμάδες
θρήνος στην αθέλητη άβυσσο
Να αφουγκράζεται, τον ψίθυρο η καρδιά
σωπαίνοντας κάτω απ’ το βάρος της μοναξιάς
να στενάζει ξάγρυπνη
ανυπότακτος ήχος, ανυπότακτος χτύπος.
Δίπλωσε τα φτερά σου
το φωτοστέφανο άφησε να πέσει καταγής
δεν μπορεί να λησμονήσεις
κράτα τις φτερούγες ανοικτές
στο πέταγμα της θύμησης.


17/03/2020

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

ξεδιπλωμένες μνήμες

Παρουσίαση βιβλίου Τασούλας Μάρκου, "ξεδιπλωμένες μνήμες", Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020


Μια κόλλα λευκή γεννιέται ο άνθρωπος. Λευκό χαρτί και όσο περνάει ο καιρός, πάνω του γράφονται ονόματα και τόποι, γράφονται όνειρα, γεννιόνται ελπίδες...

Περνά ο χρόνος σα διαβατάρικο πουλί, ονόματα και τόποι ξεθωριάζουν. Όχι όλα. Κάποια ονόματα γράφονται στα φύλλα της ψυχής μας με μελάνι ανεξίτηλο. Δεν ξεθωριάζει το μελάνι της ψυχής…
Λένε, ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν πάψουμε να τους θυμόμαστε. Τα όνειρα δεν πεθαίνουν, δεν ξεχνιούνται, τρεμοσβήνουν σαν αγιοκέρι. Η αγάπη δεν παλιώνει, δεν χάνεται δεν θάβεται, δεν μετριάζει. Θεριεύει γιατί όταν αγαπάς αληθινά, δεν αγαπάς δυο μάτια και δυο χέρια, αγαπάς μια ψυχή, αγαπάς στιγμές. Δεν θάβονται τα όνειρα, δεν μετριάζουν τα όνειρα. Θεριεύουν σε πείσμα των θεών που μας κλέβουν την ελπίδα. Θεριεύουν και ανθίζουν σαν την μυγδαλιά σε πείσμα του χειμώνα που μας τυλίγει.

Διάπλατα ανοίξατε τα εσώψυχά σας και γλίστρησε μέσα από τις χαραμάδες το φως της λευτεριάς. Από το σκοτάδι αναδύθηκε το όνειρο της, στη γης που ξέκοψε σκλάβα μέσα από τους αιώνες της σιωπής. Σύρατε πρώτοι το χορό του αγώνα και του έρωτα. Δεν τιθασεύεται ο πόθος για λευτεριά. Μαντατοφόροι, στεντόρεια τραγουδήσατε τον πανάρχαιο παιάνα των Ελλήνων και αξιωθήκατε να λευτερώσετε τη σκλάβα σας πατρίδα.

Μνήμες γραμμένες μέσα μας με μελάνι ανεξίτηλο. Δεν αρκούν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, δεν αρκούν ούτε οι αιώνες να τις ξεθωριάσουν. Πάντα κάτι θα έρχεται και θα τις ξαναζωντανεύει. Ένα τραγούδι, μια μυρωδιά, δυο λέξεις, ένα συναπάντημα. Δεν χάνονται οι άνθρωποι. Δεν σβήνουν έτσι απλά. Όσο η ψυχή μας θυμάται, βαδίζουν δίπλα μας, μάς κρατούν το χέρι, μας συντροφεύουν και ζουν σαν ξεδιπλωμένες μνήμες… στα όνειρά μας.


Εσύ ταξίδεψες όλους τους δρόμους καλή μου δασκάλα… Ανηφόρες, κατηφόρες… στη καταιγίδα και στη γαλήνη… στη τρικυμία και στη νηνεμία. Βράχος που τον χαράζει η θάλασσα και τον χαρακώνει ο αέρας. Πέτρα να σταθούν και να ξαποστάσουν οι άνθρωποι…

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

ΣΚΛΑΒΑ ΓΗ


Χρόνια τώρα σεργιανίζουμε τα χώματα της γης μας ψάχνοντας λημέρια άγνωστων θεών…

Χρόνια τώρα κουβεντιάζουμε, φλυαρούμε σε μια παράξενη γλώσσα…

Που κανείς δεν ακούει, που κανείς δεν καταλαμβαίνει…

Χρόνια τώρα περιμένουμε και ρωτούμε…

Ρωτούμε αν φάνηκαν καθόλου τα πανιά…

Χρόνια τώρα περιμένουμε να φανούν τα ορθόπλωρα των Αχαιών καράβια …

...έστω και με τα μαύρα του Θησαία πανιά…




Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

Πόλη αγαπημένη...

Πάντως, να ξέρετε
Δεν μένουμε έξω από την πόρτα του κόσμου
να ζητιανέψουμε λίγη πατρίδα.
Οι πατησιές της ιστορίας στάζουν αίμα.
Τρεις γενιές τώρα το μαζεύουμε στις χούφτες μας,
Ποτίζουμε ένα όνειρο
όπως ποτίζουμε μια λεμονιά στην πέτρινη αυλή μας.
Κι αν καμιά φορά θα χτυπήσουμε την πόρτα του κόσμου
δεν είναι που κουραστήκαμε,
Είναι που θέλουμε να κολλήσομε πάνω της
τη ματωμένη μας παλάμη,
Έτσι, όπως θα σημαδεύαμε με κόκκινο
την πόρτα ενός προδότη.



Από την ποιητική συλλογή του δασκάλου από το Λαζάτι, Αγίων Σαράντα της Βορείου Ηπείρου Ανδρέα Ζαρμπαλά “101 Ποιήματα για μια χούφτα τόπο, 1970-1991”.
Το ποίημα δεν το έγραψε για την Αμμόχωστο, αλλά για μια άλλη χαμένη Πατρίδα, για να εκφράσει τη δυστυχία και τα “κινήματα της ψυχής”, τα όνειρα, το παράπονο και την αξιοπρέπεια ενός λαού, που ξένοι και δικοί σχεδόν τον είχαν λησμονήσει.

Β. Γιωργαλλάς
14/8/2018

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

Σολωμός Σολωμού.

14 Αυγούστου 1996...





Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη
στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί και γελασμένοι... 


Σε κοίταξε κατάματα ο Σολωμός, Αττίλα...
Με το σέρτικο τσιγάρο στο στόμα...
Κι εσύ τον πυροβόλησες...
Τάχα τον σκότωσες...
Τάχα ξαναπόνεσε ο Ελλήσποντος...
Αυτό το τσιγάρο... αυτό το τσιγάρο Αττίλα...