Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ


Μέσα στη κάψα του καλοκαιριού πρόσφεραν θυσία την άλκιμη τους νιότη… να εξαγνίσουν μια προδιαγραμμένη εφιαλτική προδοσία…  ήρωες και Μάρτυρες μαζί, ολομόναχα 18χρονα αδικημένα νιάτα… κουβαλώντας στους νεανικούς τους ώμους ένα πελώριο σταυρό, για να εξαγνίσουν  λάθη και  πάθη και  μια εθνική προδοσία, γράφοντας τον επίλογο στις προδομένες κυπριακές Θερμοπύλες τον Ιούλη του 74…  Μιας μάχης που το αποτέλεσμα ήταν από την αρχή προδιαγεγραμμένο… σε μια αψεγάδιαστη αναπαράσταση της Μάχης των Θερμοπυλών τον Αύγουστο του 480 πχ… μιας μάχης που οι λίγοι παρέμειναν να αντιμετωπίσουν τους πολλούς... Παρέμειναν να δείξουν σε όλο τον κόσμο ότι το δίκαιο θριαμβεύει... Ότι ο θάνατος δεν λυγίζει την ψυχή... Παρέμειναν να σώσουν την πατρίδα τους… τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι...  Έμειναν εκεί μέχρι να πέσει και ο τελευταίος για τα σπίτια την μανάδες τις γυναίκες και τα παιδιά τους… Όταν οι λίγοι αντιμετώπισαν τους πολλούς και παρά την ήττα, νίκησαν…


Δεν μπορούμε να ξεχνούμε… δεν γίνετε να ξεχνούμε… και αν εμείς ξεχνούμε κάποιοι δεν μπορούν να ξεχάσουν.. ο χαροκαμένος γέρο Λουκάς και να θέλει δεν μπορεί…





Γρηγορείτε άρχοντες αυτού του τόπου… αφού τελειώσετε με τις διερευνητικές για τα σκάνδαλα που έχετε φέρει σε τούτο τον τόπο…  τον τόπο που έβαψαν με το αίμα τους τα λεβέντικα νιάτα του 55 και  ο Χρήστος Λιγδής με τους εκλεκτούς εκείνους ολίγους που πρόταξαν τα στήθη τους στις πάνοπλες ορδές του Αττίλα… Γρηγορείτε… τα τεράστια ΓΙΑΤΙ τού γέρο Πατέρα περιμένουν απαντήσεις…

Β. Γεωργαλλάς
27/7/2013

Οι φωτογραφίες από το αρχείο της ηρωικής  Α΄ Μοίρας Καταδρομών.


Τέτοιες μέρες θυμόμαστε όλοι αυτά που δηλώσαμε ότι δεν θα ξεχάσουμε με το περίφημο "δεν ξεχνώ" και το μυαλό μας πηγαίνει στη μαρτυρική Κύπρο. Αντί για λόγια, έπεα πτερόεντα, ας θυμηθούμε με μια συγκλονιστική φωτογραφία.
Δείτε την: 
Ο Λουκάς Λιγδής, γέροντας πατέρας του καταδρομέα Χρήστου Λιγδή της Α' και 35  Μοίρας Καταδρομών, ξαπλωμένος κατά γης, να κλαίει για τον γιο του, που σκοτώθηκε στην Κύπρο το 1974.

Τύμβος Μακεδονίτισσας. Λευκωσία. Κύπρος.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013


ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΥΡΑΣ


39 χρόνια από την ηρωική θυσία του ΝΙΚΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΨΑΡΑ 
Το μεταφέρω όπως το έγραψα μερικα χρονια πριν...


Ψες, σε είδα ξανά! Στεκόσουν ακίνητος μέσα στο σούρουπο και κοιτούσες αμίλητος, αχόρταγα όλους εμάς, που δειλά – δειλά γεμίζαμε τη μικρή πλατεία.
Μετά από ένα τριήμερο με βροχές και δυνατούς ανέμους, η μέρα σήμερα ήταν συννεφιασμένη, αλλά ήσυχη. Ο άνεμος ησύχασε και μόνο η συννεφιά που μας έσκιαζε τον ήλιο προκαλούσε ανησυχία στους διοργανωτές, που αγωνιούσαν για τον καιρό το βράδυ, μια και η εκδήλωση «προσκοπική πυρά» δεν μπορεί να γίνει σε εσωτερικό χώρο.

Ο Αϊ Νικόλας, ο σεβάσμιος της Ρωμιοσύνης άγιος, λατρευτό αποκούμπι κάθε θαλασσοδαρμένου ναυτικού, γιορτάζει. Οι ναυτοπρόσκοποι γιορτάζουν κι’ αυτοί τον προστάτη Αγιο τους.
Φωνές, πολυκοσμία, ανησυχία, οι τελευταίες προετοιμασίες, πρόχειρα καθίσματα γύρω από ένα σωρό «βρεγμένους» κορμούς, που προορίζονται να ανάψουν τη πυρά. Μικρά – μεγάλα προσκοπάκια είναι μαζεμένα από ώρα. Προσωπάκια χαρούμενα, γελαστά, με λαμπερά ματάκια κρυμμένα κάτω από τους σκούφους τους. Με κόπο δούλεψαν να ετοιμάσουν τα σκετσάκια, τα παιχνίδια και τα τραγούδια τους. Ανυπόμονα προσμένουν ν’ αρχίσουν τη παράσταση μόλις ανάψει η φωτιά.

Σε βλέπω να κοιτάζεις στοργικά όλες αυτές τις μικρές ψυχούλες, μα το μάτι να ψάχνει μέσα στο πλήθος με ένα βλέμμα επίμονης αναζήτησης. Στ’ αντάμωμα κάποιας γνωστής φιγούρας, σαν να ανασηκώνεσαι, θες να φωνάξεις, μα παραμένεις βουβός, κάνεις να τρέξεις μα πάλι μένεις ακίνητος, θέλεις ν’ ανοίξεις την αγκάλη μα πάλι μένεις εκεί ακίνητος στη πέτρινη μοναξιά σου.
Σε είδα καθώς δώθηκε το σύνθημα και άναψε η πυρά. Είδα μέσα στα μάτια σου τις σπίθες ν’ αντιφεγγίζουν, να αντιφεγγίζουν τα όνειρά σου τ’ ασημιά στη χειμωνιάτικη νύχτα του Δεκέμβρη. Είδα τα μάτια σου να δακρύζουν καθώς ο Αρχηγός ευλογούσε τη πυρά. Ν’ ακούς με προσοχή τα λόγια και την ευχή: οι φλόγες να ζεστάνουν τις καρδίες των ανθρώπων, να τις γεμίσουν με αγάπη κι’ ελπίδα. Τα μίση και τα πάθη να σκορπίσουν και να σβήσουν σαν τις σπίθες που σκορπούν δεξιά – αριστερά και το πνεύμα το προσκοπικό ν’ απλώσει όπως ο καπνός στους ουρανούς.
Σε είδα πως ζούσες κάθε στιγμή μαζί με τις μικρές φατσούλες των λυκόπουλων που κούρνιαζαν το ένα δίπλα στο άλλο, να σμίγουν τις καρδιές και τα κορμιά τους να ζεσταθούν, να σμίγουν τις φωνούλες τους ν’ ακουστεί πιο δυνατά το τραγούδι τους. Μην το κρύβεις, σε είδα να γελάς στο πρώτο αστείο σκετσάκι, στο μικρό κομπολόι που έγινε μεγάλο στη μεγεθυντική μηχανή και όταν μετά το φτύσιμο που έγινε νερό, ρίξανε τ’ αλεύρι, περίμενες κι’ εσύ, όπως κι’ εγώ, η μηχανή να ρίξει ψωμί.
Στο τέλος τραγούδησες με τη καρδιά σου το τραγούδι της πυράς και καθώς τέλειωσε η γιορτή, πέρασα από δίπλα σου, περνώντας στην αίθουσα υποδοχής για τη μικρή δεξίωση, σε άκουσα που με αντιφώνησες, με τη γλώσσα της ψυχής, έτσι όπως συνηθίζω να σου μιλώ σε κάθε συναπάντημα.

Οι διοργανωτές μας φίλεψαν με λογής – λογής καλά που ετοίμασαν με ζήλο οι μαμάδες. Παλιοί φίλοι ανταμώσαμε ξανά, θυμηθήκαμε και αναπολήσαμε παλιές – καλές προσκοπικές στιγμές. Εσύ όμως, έμεινες απ’ έξω, προτίμησες τον αιώνιο συλλογισμό σου, έστηνες αυτί και αναπολούσες κι’ εσύ, είμαι σίγουρος, παλιές προσκοπικές στιγμές στο κύκλο της πυράς. Είμαι σίγουρος, ότι όταν η νεαρή βαθμοφόρος ζήτησε εθελοντές για το παιχνίδι με τα μπαλόνια, κινήθηκες πρώτος ναρθείς, όμως πάλι έμεινες εκεί, ατάραχος, γιατί εσύ έφυγες εθελοντής σε ένα άλλο ταξίδι, πιο φωτεινό, πιο λαμπρό, αναζητώντας μονοπάτια φωτισμένα από το ανέσπερο φως της Ρωμιοσύνης.
Σήμερα, στη γιορτή σου, έπρεπε να ήσουν οικοδεσπότης, κι’ όμως έμεινες απ’ έξω, με ένα περιδέραιο από κόκκινα – άσπρα γαρούφαλα στο λαιμό.

Οταν τέλειωσε η εκδήλωση με βαριά τη καρδιά και τα πόδια, ένας - ένας κινά για το σπιτικό μας. Το ζεστό σπιτικό μας που μας περιμένει μέσα στην οικία, οικογενειακή θαλπωρή του. Γύρω η πλατεία είναι στολισμένη Χριστουγεννιάτικα. Βλέπεις, όλοι μας σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε Χριστούγεννα. Γι’ ακόμη μία φορά, μέσα στη μοιρασμένη πατρίδα προσμένουμε τον ερχομό του Θεανθρώπου, και μέσα από τη γιγάντια καρτερία της ψυχής μας θα προσμένουμε χελιδόνι μαντατοφόρο για το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης.

Η πλατεία σε λίγο άδειασε. Εφυγαν όλοι, εκτός από’ σένα. Μόνος μέσα στο σκοτάδι, μ’ ένα στεφάνι άσπρα – κόκκινα γαρούφαλα στο λαιμό, σήμερα είχες τα οναμαστήριά σου. Δεν σου έσφιξα το χέρι, δεν σου ευχήθηκα «Χρόνια πολλά», όμως σου κράτησα παρέα. Σου άπλωσα τη ψυχή μου, ταξίδεψα με τα όνειρά σου και εσύ με φίλεψες ένα ποτήρι γαλανόλευκης μετάληψης.
Είμαι σίγουρος πως ήσουν μαζί μας. Ένιωθα τη παρουσία σου παντού. Εύχομαι να πέρασες καλά, έστω και αν ξεχάσαμε τ’ αγαπημένο σου τραγούδι. Με ανεξίτηλο μελάνι χαράξαμε τη μνήμη μας, και ένα ζευγάρι ταιριαστό, δυο περιστέρια θα στείλουμε στις ματωμένες πλαγιές του Πενταδάκτυλου. Να χαιρετήσουν τα χώματα που έβαψες με τ’ άλικο αίμα σου. Μην μας κρατάς κακία που τα’ χουμε σκλαβωμένα. Ανάθεμα στους αίτιους.

Αδελφέ μας, σκλαβωμένα στις αετοράχες τα όνειρά σου, δείχνουν σαν να’ ναι οι πατημασιές ελληνικών αιώνων που πέρασαν από τη γη μας και άφησαν γερά τα σημάδια τους για τους ερχόμενους, μονολογώντας: Εδώ είναι η Ρωμιοσύνη!
Χρόνια και χρόνια στεριώσαμε σε τούτη τη γη που την ευλόγησε ο ιδρώτας και το αίμα των προγόνων μας. Σε τούτα τα χώματα φεύγει η μια γενιά κι’ έρχεται η άλλη, καθώς αργοδιαβαίνουν οι αιώνες και γράφουν τη πανάρχαια και πολυτάραχη ιστορία της φυλής μας.
Μοίρα κακή! Μοίρα που συνεχώς θερίζει από τον πολύπαθη λαό μας, τα παιδιά του και γιγαντώνει με τις θυσίες που το μαρτυρικό πανελλήνιο προσφέρει. Πάντα κάθε στεφάνι δόξας και εθνικού μεγαλείου είναι βαμμένο από το αίμα μαρτύρων και ηρώων, σε προμαχώνες και σε πεδία μαχών.
Ηρωα μου, μαζί με τη βαθιά θλίψη που αφήνεις στη ψυχή μας γίνεσαι συνάμα και φωτεινό σύμβολο και μας καθοδηγείς. Πλαταίνοντας τους πόθους και τα όνειρά μας στο δίκαιο αγώνα. Το αίμα σου, με το οποίο έβαψες το χώμα της πατρίδας μας, θα μείνει για πάντα σαν φωτεινή γραμμή να μας δείχνει το εθνικό χρέος.
Η μορφή σου, χιλιόχρονο πλατάνι θα μείνει ριζωμένο στη γη των πατέρων μας. Η προσταγή σου, αστροπελέκι σε έναστρο ουρανό θα μας δείχνει το δρόμο.

Καλή σου νύχτα, αδελφέ!!!



......στον ήρωα υπαρχηγό Νίκο Μ. Ψαρά.


Και φώναξα....ω! θεικιά, κι όλο αίματα πατρίδα
Δόξα’ χ’ η μαύρη πέτρα σου και το ξερό χορτάρι.
Δ. Σολωμός.


Βασίλης Γιωργαλλάς.
10/12/2001
Η Κύπρος Εάλω!!!



...39 χρόνια η σκλάβα γη ακόμη περιμένει…

Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!
Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»
Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο, ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.

Από το Τρίτο Γράμμα στη Μητέρα
Κώστας Μόντης



(Αναφέρεται στη βοήθεια που περίμενε η Κύπρος από την Ελλάδα μετά την εισβολή και στην απογοήτευση που ακολούθησε την προσμονή...)

Β. Γεωργαλλάς
23/7/2013

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

ΜΑΡΙ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ...

Δυο χρόνια μετά που 13 παλληκάρια, γυμνά και προδομένα πέρασαν την Αχερουσία της μοίρας τους…

Η ελπίδα είναι μεγάλο βάλσαμο… μετά τη καταστροφή και τις προδοσίες, πάντα υπήρχε η ελπίδα… Εμείς που μείναμε παλεύοντας στην αμφιλύκη της μοναξιάς μας, παλεύοντας με τις ενοχές και τις ερινύες μας… μέσα σε αυτόν τον θόρυβο της σιωπής που μας ζώνει, πρέπει να βρούμε την καθαρότητα από το φως της ψυχής μας, να σηκώσουμε το βλέμμα μας στους 13 αδελφούς μας, να τολμήσουμε να κοιτάξουμε τον ήλιο και το φως του, να διώξουμε το σκοτάδι της σύγχυσης που είμαστε βυθισμένοι... να σπάσουμε στον καθρέφτη το τραγικό μας είδωλο, που κομμένο στα δύο αλληλοσπαράσσεται και μας καταστρέφει. 

Το μοιρολόι, τραγούδι της μοίρας, παραδοχή του πεπρωμένου και του αναπόφευκτου θανάτου, το μοιρολόι το δικό μας ουρλιαχτό και κραυγή αγώνα…

Αναπαυθείτε εν ειρήνη στους παραδεισένιους κήπους τ’ ουρανού, αδικοχαμένοι μας αδελφοί...
Β. Γεωργαλλάς
11/7/2013

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

9η ΙΟΥΛΙΟΥ 1821

9η ΙΟΥΛΙΟΥ 1821

Συ που σκοτώθης για το φως,
σήκου να δεις τον ήλιο
ξύπνα να δεις το αίμα σου
πως έγινε βασίλειο.




Τα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αρχές του 19ου Αιώνα…. ο κόσμος υποφέρει από την πείνα, τη φορολογία, την έλλειψη ελευθερίας. Ένα περίπου μήνα μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, οι Τούρκοι αρχίζουν να απειλούν το νησί…  ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός γνωρίζει:  “Ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω πως μόνο ευκαιρία περιμένουν, για να με θανατώσουν”. Δεν έφυγε, για να σώσει τη ζωή του προτίμησε να μείνει στο νησί προτάσσοντας γενναιόψυχα και με ποιμενική συνείδηση: «παρά το γαίμα τους πολλούς εν κάλλιο του Πισκόπου»…





9η Ιουλίου 1821, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι τρεις Μητροπολίτες αποκεφαλίζονται. Η γη, ποτίζεται με αίμα… Ολόκληρη η Χώρα θρηνεί…

Β. Γεωργαλλάς
9/7/2013