ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΥΡΑΣ
39 χρόνια από την ηρωική θυσία του ΝΙΚΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΨΑΡΑ
Το μεταφέρω όπως το έγραψα μερικα χρονια πριν...
Ψες, σε είδα ξανά! Στεκόσουν ακίνητος μέσα στο σούρουπο και κοιτούσες αμίλητος, αχόρταγα όλους εμάς, που δειλά – δειλά γεμίζαμε τη μικρή πλατεία.
Μετά από ένα τριήμερο με βροχές και δυνατούς ανέμους, η μέρα σήμερα ήταν συννεφιασμένη, αλλά ήσυχη. Ο άνεμος ησύχασε και μόνο η συννεφιά που μας έσκιαζε τον ήλιο προκαλούσε ανησυχία στους διοργανωτές, που αγωνιούσαν για τον καιρό το βράδυ, μια και η εκδήλωση «προσκοπική πυρά» δεν μπορεί να γίνει σε εσωτερικό χώρο.
Ο Αϊ Νικόλας, ο σεβάσμιος της Ρωμιοσύνης άγιος, λατρευτό αποκούμπι κάθε θαλασσοδαρμένου ναυτικού, γιορτάζει. Οι ναυτοπρόσκοποι γιορτάζουν κι’ αυτοί τον προστάτη Αγιο τους.
Φωνές, πολυκοσμία, ανησυχία, οι τελευταίες προετοιμασίες, πρόχειρα καθίσματα γύρω από ένα σωρό «βρεγμένους» κορμούς, που προορίζονται να ανάψουν τη πυρά. Μικρά – μεγάλα προσκοπάκια είναι μαζεμένα από ώρα. Προσωπάκια χαρούμενα, γελαστά, με λαμπερά ματάκια κρυμμένα κάτω από τους σκούφους τους. Με κόπο δούλεψαν να ετοιμάσουν τα σκετσάκια, τα παιχνίδια και τα τραγούδια τους. Ανυπόμονα προσμένουν ν’ αρχίσουν τη παράσταση μόλις ανάψει η φωτιά.
Σε βλέπω να κοιτάζεις στοργικά όλες αυτές τις μικρές ψυχούλες, μα το μάτι να ψάχνει μέσα στο πλήθος με ένα βλέμμα επίμονης αναζήτησης. Στ’ αντάμωμα κάποιας γνωστής φιγούρας, σαν να ανασηκώνεσαι, θες να φωνάξεις, μα παραμένεις βουβός, κάνεις να τρέξεις μα πάλι μένεις ακίνητος, θέλεις ν’ ανοίξεις την αγκάλη μα πάλι μένεις εκεί ακίνητος στη πέτρινη μοναξιά σου.
Σε είδα καθώς δώθηκε το σύνθημα και άναψε η πυρά. Είδα μέσα στα μάτια σου τις σπίθες ν’ αντιφεγγίζουν, να αντιφεγγίζουν τα όνειρά σου τ’ ασημιά στη χειμωνιάτικη νύχτα του Δεκέμβρη. Είδα τα μάτια σου να δακρύζουν καθώς ο Αρχηγός ευλογούσε τη πυρά. Ν’ ακούς με προσοχή τα λόγια και την ευχή: οι φλόγες να ζεστάνουν τις καρδίες των ανθρώπων, να τις γεμίσουν με αγάπη κι’ ελπίδα. Τα μίση και τα πάθη να σκορπίσουν και να σβήσουν σαν τις σπίθες που σκορπούν δεξιά – αριστερά και το πνεύμα το προσκοπικό ν’ απλώσει όπως ο καπνός στους ουρανούς.
Σε είδα πως ζούσες κάθε στιγμή μαζί με τις μικρές φατσούλες των λυκόπουλων που κούρνιαζαν το ένα δίπλα στο άλλο, να σμίγουν τις καρδιές και τα κορμιά τους να ζεσταθούν, να σμίγουν τις φωνούλες τους ν’ ακουστεί πιο δυνατά το τραγούδι τους. Μην το κρύβεις, σε είδα να γελάς στο πρώτο αστείο σκετσάκι, στο μικρό κομπολόι που έγινε μεγάλο στη μεγεθυντική μηχανή και όταν μετά το φτύσιμο που έγινε νερό, ρίξανε τ’ αλεύρι, περίμενες κι’ εσύ, όπως κι’ εγώ, η μηχανή να ρίξει ψωμί.
Στο τέλος τραγούδησες με τη καρδιά σου το τραγούδι της πυράς και καθώς τέλειωσε η γιορτή, πέρασα από δίπλα σου, περνώντας στην αίθουσα υποδοχής για τη μικρή δεξίωση, σε άκουσα που με αντιφώνησες, με τη γλώσσα της ψυχής, έτσι όπως συνηθίζω να σου μιλώ σε κάθε συναπάντημα.
Οι διοργανωτές μας φίλεψαν με λογής – λογής καλά που ετοίμασαν με ζήλο οι μαμάδες. Παλιοί φίλοι ανταμώσαμε ξανά, θυμηθήκαμε και αναπολήσαμε παλιές – καλές προσκοπικές στιγμές. Εσύ όμως, έμεινες απ’ έξω, προτίμησες τον αιώνιο συλλογισμό σου, έστηνες αυτί και αναπολούσες κι’ εσύ, είμαι σίγουρος, παλιές προσκοπικές στιγμές στο κύκλο της πυράς. Είμαι σίγουρος, ότι όταν η νεαρή βαθμοφόρος ζήτησε εθελοντές για το παιχνίδι με τα μπαλόνια, κινήθηκες πρώτος ναρθείς, όμως πάλι έμεινες εκεί, ατάραχος, γιατί εσύ έφυγες εθελοντής σε ένα άλλο ταξίδι, πιο φωτεινό, πιο λαμπρό, αναζητώντας μονοπάτια φωτισμένα από το ανέσπερο φως της Ρωμιοσύνης.
Σήμερα, στη γιορτή σου, έπρεπε να ήσουν οικοδεσπότης, κι’ όμως έμεινες απ’ έξω, με ένα περιδέραιο από κόκκινα – άσπρα γαρούφαλα στο λαιμό.
Οταν τέλειωσε η εκδήλωση με βαριά τη καρδιά και τα πόδια, ένας - ένας κινά για το σπιτικό μας. Το ζεστό σπιτικό μας που μας περιμένει μέσα στην οικία, οικογενειακή θαλπωρή του. Γύρω η πλατεία είναι στολισμένη Χριστουγεννιάτικα. Βλέπεις, όλοι μας σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε Χριστούγεννα. Γι’ ακόμη μία φορά, μέσα στη μοιρασμένη πατρίδα προσμένουμε τον ερχομό του Θεανθρώπου, και μέσα από τη γιγάντια καρτερία της ψυχής μας θα προσμένουμε χελιδόνι μαντατοφόρο για το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης.
Η πλατεία σε λίγο άδειασε. Εφυγαν όλοι, εκτός από’ σένα. Μόνος μέσα στο σκοτάδι, μ’ ένα στεφάνι άσπρα – κόκκινα γαρούφαλα στο λαιμό, σήμερα είχες τα οναμαστήριά σου. Δεν σου έσφιξα το χέρι, δεν σου ευχήθηκα «Χρόνια πολλά», όμως σου κράτησα παρέα. Σου άπλωσα τη ψυχή μου, ταξίδεψα με τα όνειρά σου και εσύ με φίλεψες ένα ποτήρι γαλανόλευκης μετάληψης.
Είμαι σίγουρος πως ήσουν μαζί μας. Ένιωθα τη παρουσία σου παντού. Εύχομαι να πέρασες καλά, έστω και αν ξεχάσαμε τ’ αγαπημένο σου τραγούδι. Με ανεξίτηλο μελάνι χαράξαμε τη μνήμη μας, και ένα ζευγάρι ταιριαστό, δυο περιστέρια θα στείλουμε στις ματωμένες πλαγιές του Πενταδάκτυλου. Να χαιρετήσουν τα χώματα που έβαψες με τ’ άλικο αίμα σου. Μην μας κρατάς κακία που τα’ χουμε σκλαβωμένα. Ανάθεμα στους αίτιους.
Αδελφέ μας, σκλαβωμένα στις αετοράχες τα όνειρά σου, δείχνουν σαν να’ ναι οι πατημασιές ελληνικών αιώνων που πέρασαν από τη γη μας και άφησαν γερά τα σημάδια τους για τους ερχόμενους, μονολογώντας: Εδώ είναι η Ρωμιοσύνη!
Χρόνια και χρόνια στεριώσαμε σε τούτη τη γη που την ευλόγησε ο ιδρώτας και το αίμα των προγόνων μας. Σε τούτα τα χώματα φεύγει η μια γενιά κι’ έρχεται η άλλη, καθώς αργοδιαβαίνουν οι αιώνες και γράφουν τη πανάρχαια και πολυτάραχη ιστορία της φυλής μας.
Μοίρα κακή! Μοίρα που συνεχώς θερίζει από τον πολύπαθη λαό μας, τα παιδιά του και γιγαντώνει με τις θυσίες που το μαρτυρικό πανελλήνιο προσφέρει. Πάντα κάθε στεφάνι δόξας και εθνικού μεγαλείου είναι βαμμένο από το αίμα μαρτύρων και ηρώων, σε προμαχώνες και σε πεδία μαχών.
Ηρωα μου, μαζί με τη βαθιά θλίψη που αφήνεις στη ψυχή μας γίνεσαι συνάμα και φωτεινό σύμβολο και μας καθοδηγείς. Πλαταίνοντας τους πόθους και τα όνειρά μας στο δίκαιο αγώνα. Το αίμα σου, με το οποίο έβαψες το χώμα της πατρίδας μας, θα μείνει για πάντα σαν φωτεινή γραμμή να μας δείχνει το εθνικό χρέος.
Η μορφή σου, χιλιόχρονο πλατάνι θα μείνει ριζωμένο στη γη των πατέρων μας. Η προσταγή σου, αστροπελέκι σε έναστρο ουρανό θα μας δείχνει το δρόμο.
Καλή σου νύχτα, αδελφέ!!!
......στον ήρωα υπαρχηγό Νίκο Μ. Ψαρά.
Και φώναξα....ω! θεικιά, κι όλο αίματα πατρίδα
Δόξα’ χ’ η μαύρη πέτρα σου και το ξερό χορτάρι.
Δ. Σολωμός.
Βασίλης Γιωργαλλάς.
10/12/2001

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου