Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

ΑΝΤΙ ΕΥΧΩΝ…

Χρονιάρες μέρες και οι άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη ανταλλάζουν δώρα και ευχές. Στην αναζήτηση εικόνας για τη πλαισίωση των δικών μου ευχών βρήκα τη γνωστή βραβευμένη με Βραβείο Πούλιτζερ φωτογραφία του Κέβιν Κάρτερ, από το λιμό του 1994 στο Σουδάν. Η δυσκολία να συνεχίσω τη προσπάθεια ήταν εμφανής. Πόση άραγε ευτυχία μπορεί να υπόσχεται η νέα χρονιά με τόση αδικία να υπάρχει στη πλουτοκρατική μας κοινωνία. Όταν βλέπουμε ανθρώπους και μικρά παιδιά να ζουν μια εξαθλιωμένη ζωή, χωρίς να ξέρουν αν θα βρουν φαγητό την επόμενη μέρα.

Το Μάρτιο του 1993 ο Kevin Carter βρίσκεται στο νότιο Σουδάν για να φωτογραφίσει τις κινήσεις του επαναστατικού κινήματος. Εικόνες φτώχειας και εξαθλίωσης παντού. Ετοίμαζε ένα ρεπορτάζ για τα θύματα της πείνας που καθημερινά έχαναν τη ζωή τους. Όταν… Έξω από ένα βρώμικο δωμάτιο είδα ένα παιδί, ένα κοριτσάκι γυμνό, να κείτεται στο έδαφος”, όπως εξομολογείται ο ίδιος. “Το φωτογράφιζα, όταν ξαφνικά είδα ένα όρνιο να στέκεται πίσω του και να περιμένει το θάνατό του. Σταμάτησα για 20 λεπτά, αλλά το πουλί παρέμενε εκεί. Το καταδίωξα, κάθισα σε ένα δέντρο και άρχισα να κλαίω…”.  


Η φωτογραφία του Κέβιν Κάρτερ παρουσιάζει ένα παιδάκι, θύμα του λιμού, ακολουθούμενο από αρπακτικό πουλί. Το παιδάκι σέρνεται προς το σταθμό βοήθειας, των Ηνωμένων Εθνών, ένα χιλιόμετρο μακριά. Η φωτογραφία προκάλεσε αντιδράσεις, όταν είδε το φως της δημοσιότητας. Γιατί δεν είχε βοηθήσει το κοριτσάκι; Γιατί προτίμησε να περιμένει και να βγάλει τη φωτογραφία; Κανένας δεν γνωρίζει την τύχη του παιδιού, περιλαμβανομένου του φωτογράφου ο οποίος έφυγε μόλις πήρε τη φωτογραφία.
Αργότερα εκμυστηρεύθηκε σε φίλους του ότι μετάνιωσε που δε σήκωσε το παιδί… Που δεν αγνόησε τις γενικές δημοσιογραφικές οδηγίες, να μην αγγίζουν (για το φόβο των επιδημιών) τα θύματα οι δημοσιογράφοι. Πολλοί συνάδελφοι του τον κατηγόρησαν ότι “Κοιτάζοντας απλά το παιδί και φωτογραφίζοντάς το, έγινε και ο ίδιος ένα ακόμη, σύγχρονο, όρνιο

Πνιγμένος από θλίψη και παλεύοντας με τις Ερινύες του, τρεις μήνες αργότερα ο Κέβιν Κάρτερ αυτοκτόνησε αφότου διεγνώσθη με κατάθλιψη. Δίπλα του, με ένα σημείωμα, προσπαθούσε να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν σ’ αυτήν την πράξη. ...

Αγαπητέ Θεέ ... προσεύχομαι να προστατεύεις την ψυχή αυτού του παιδιού... πραγματικά λυπάμαι… ο πόνος της ζωής υπερισχύει της χαράς, σε σημείο που η χαρά δεν υπάρχει…”.

Καθένας και η τύχη του είναι σ’ αυτή τη ζωή. Άλλοι ζουν μέσα στα πλούτη από τη γέννηση τους και κάποιοι άλλοι στερούνται τα πάντα μέχρι το θάνατο τους. Τι άλλο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε σήμερα από το Θεό…

Αγαπητέ Θεέ, δεν θέλω χρήματα ούτε δώρα. Λίγη «ανθρωπιά» θέλω Θεέ μου… αγάπη του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο του. Έχουμε ανάγκη από αξίες για να συνεχίσουμε τον ανηφορικό δρόμο που βαδίζουμε, αξίες για να κρατήσουμε ψηλά την αξία του ανθρώπου.


Ο Gabriel Garcia Marquez  (Εκατό χρόνια μοναξιάς) μας λέει στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του: «Να μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτάζει τον άλλο από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί»…

Β. Γιωργαλλάς
31/12/2014

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Νίκος Μιχαήλ Ψαράς


23 Ιουλίου 1974, ώρα 5.00 το απόγευμα… Η 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού λίγο έξω από το Συγχαρί έρχεται αντιμέτωπη με τους Τούρκους εισβολείς… Η ειμαρμένη έχει προδιαγράψει τη πορεία της. Οι πυροβολητές διεξάγουν ένα άνισο αγώνα για δύο περίπου ώρες, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν τα πυροβόλα τους, πολεμώντας με απαράμιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία, πιστοί στο καθήκον μέχρι της τελευταίας τους πνοής. 



Ανάμεσά τους και εσύ Νίκο Μιχαήλ Ψαρά… Κρατώντας τον όρκο του Έλληνα οπλίτη …«Ου καταισχύνω όπλα τα ιερά»… πρόταξες μαζί με τους πυροβολητές της Μοίρας τα νεανικά στήθη στην μυριαρίθμητον αγέλη των ασεβών… προγράφοντας τη Καβαφική ρήση …«τους πανταχού νικήσαντες μη φοβηθέντες»… βγήκες μπροστά, ήρωά μου, ανδροκάλεσες τον θάνατο… αντιλάλησε το πολυβόλο σου ...αντιλάλησαν και οι αιώνες: «μολών λαβε». 

Έφθασε μέχρι τη μάνα σου ο σάλαγος της μάχης… σταυροκοπήθηκε η κυρά Ελένη, φίλησε το κρυμμένο στο κόρφο φυλακτό και φώναξε στο γιο της… κουράγιο γιέ μου, κουράγιο… Και πήρες κουράγιο, ήρωά μου, πιστός στη πανάρχαια προγονική προσταγή της μάνας, «ή ταν ή επί τας», έμεινες εκεί πάνω στο πυροβόλο σου ακολουθώντας τη προαιώνια πορεία των νέων της φυλής μας.

Το ξημέρωμα της νέας μέρας βρήκε στη δύση τον Ανδρέα τον Φαρφαρά αγκαλιά με το πυροβόλο του, στην ανατολή τον Νεόφυτο τον Γιάλλουρο με τον Τάκη τον Δαμασκηνό, στο Βορρά τον Αντώνη τον Πολυδώρου και τον Μιχάλη Μιχαήλ, πιο πέρα τα αδέλφια τον Σωτήρη και τον Γιώργο Νικολάου και πιο μπροστά εσύ, πιο μπροστά και από το πολυβόλο σου, όταν διάτρητος από βόλια εχθρικά, κλυδωνιζόμενος πρόλαβες, ήρωά μου, να δώσεις ύφος ηρωικό στον ύστατο χαιρετισμό στη Ρωμηοσύνη…

Βασίλης Γιωργαλλάς
13/12/2014