Τρίτη 17 Μαρτίου 2020


Φεύγεις με πανσέδες ένα λιόγερμα



Φεύγεις αντίκρυ έτσι απλά
με όλες τις αισθήσεις, με όλα τα δώρα τ’ ουρανού
που υψώνονται απ’ τα έγκατα της γης
Φεύγεις με πανσέδες ένα λιόγερμα
όταν ο ήλιος βυθίζεται στο πέλαγος
όταν οι ορίζοντες υπόσχονται

















Αύριο όταν η θύμηση θα φαντάζει προσευχή
χαρές κρυμμένες πίσω απ’ τον καιρό
αιωνιότητες σαν χρωματιστές κορδέλες
του χθες, του τώρα, του αύριο
Φοβάμαι. Πονώ, σε κάθε ανάβλεμμα
ένα σκουριασμένο παλιομάχαιρο σκαλίζει βαθιά την πληγή
στοχάζομαι όσα πίσω αφήνεις,
στην εξορία του νου
εκεί που με καλούν οι φωνές.
Μερόνυχτα κρατώ τον ύπνο έξω απ’ τα ματόφυλλα
σαν στοιχειωμένα της ερημιάς όνειρα
να ξεπετάγονται μέσα απ’ τις χαραμάδες
θρήνος στην αθέλητη άβυσσο
Να αφουγκράζεται, τον ψίθυρο η καρδιά
σωπαίνοντας κάτω απ’ το βάρος της μοναξιάς
να στενάζει ξάγρυπνη
ανυπότακτος ήχος, ανυπότακτος χτύπος.
Δίπλωσε τα φτερά σου
το φωτοστέφανο άφησε να πέσει καταγής
δεν μπορεί να λησμονήσεις
κράτα τις φτερούγες ανοικτές
στο πέταγμα της θύμησης.


17/03/2020

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

ξεδιπλωμένες μνήμες

Παρουσίαση βιβλίου Τασούλας Μάρκου, "ξεδιπλωμένες μνήμες", Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020


Μια κόλλα λευκή γεννιέται ο άνθρωπος. Λευκό χαρτί και όσο περνάει ο καιρός, πάνω του γράφονται ονόματα και τόποι, γράφονται όνειρα, γεννιόνται ελπίδες...

Περνά ο χρόνος σα διαβατάρικο πουλί, ονόματα και τόποι ξεθωριάζουν. Όχι όλα. Κάποια ονόματα γράφονται στα φύλλα της ψυχής μας με μελάνι ανεξίτηλο. Δεν ξεθωριάζει το μελάνι της ψυχής…
Λένε, ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν πάψουμε να τους θυμόμαστε. Τα όνειρα δεν πεθαίνουν, δεν ξεχνιούνται, τρεμοσβήνουν σαν αγιοκέρι. Η αγάπη δεν παλιώνει, δεν χάνεται δεν θάβεται, δεν μετριάζει. Θεριεύει γιατί όταν αγαπάς αληθινά, δεν αγαπάς δυο μάτια και δυο χέρια, αγαπάς μια ψυχή, αγαπάς στιγμές. Δεν θάβονται τα όνειρα, δεν μετριάζουν τα όνειρα. Θεριεύουν σε πείσμα των θεών που μας κλέβουν την ελπίδα. Θεριεύουν και ανθίζουν σαν την μυγδαλιά σε πείσμα του χειμώνα που μας τυλίγει.

Διάπλατα ανοίξατε τα εσώψυχά σας και γλίστρησε μέσα από τις χαραμάδες το φως της λευτεριάς. Από το σκοτάδι αναδύθηκε το όνειρο της, στη γης που ξέκοψε σκλάβα μέσα από τους αιώνες της σιωπής. Σύρατε πρώτοι το χορό του αγώνα και του έρωτα. Δεν τιθασεύεται ο πόθος για λευτεριά. Μαντατοφόροι, στεντόρεια τραγουδήσατε τον πανάρχαιο παιάνα των Ελλήνων και αξιωθήκατε να λευτερώσετε τη σκλάβα σας πατρίδα.

Μνήμες γραμμένες μέσα μας με μελάνι ανεξίτηλο. Δεν αρκούν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, δεν αρκούν ούτε οι αιώνες να τις ξεθωριάσουν. Πάντα κάτι θα έρχεται και θα τις ξαναζωντανεύει. Ένα τραγούδι, μια μυρωδιά, δυο λέξεις, ένα συναπάντημα. Δεν χάνονται οι άνθρωποι. Δεν σβήνουν έτσι απλά. Όσο η ψυχή μας θυμάται, βαδίζουν δίπλα μας, μάς κρατούν το χέρι, μας συντροφεύουν και ζουν σαν ξεδιπλωμένες μνήμες… στα όνειρά μας.


Εσύ ταξίδεψες όλους τους δρόμους καλή μου δασκάλα… Ανηφόρες, κατηφόρες… στη καταιγίδα και στη γαλήνη… στη τρικυμία και στη νηνεμία. Βράχος που τον χαράζει η θάλασσα και τον χαρακώνει ο αέρας. Πέτρα να σταθούν και να ξαποστάσουν οι άνθρωποι…

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

ΣΚΛΑΒΑ ΓΗ


Χρόνια τώρα σεργιανίζουμε τα χώματα της γης μας ψάχνοντας λημέρια άγνωστων θεών…

Χρόνια τώρα κουβεντιάζουμε, φλυαρούμε σε μια παράξενη γλώσσα…

Που κανείς δεν ακούει, που κανείς δεν καταλαμβαίνει…

Χρόνια τώρα περιμένουμε και ρωτούμε…

Ρωτούμε αν φάνηκαν καθόλου τα πανιά…

Χρόνια τώρα περιμένουμε να φανούν τα ορθόπλωρα των Αχαιών καράβια …

...έστω και με τα μαύρα του Θησαία πανιά…