Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

ΟΝΕΙΡΑ


Φεγγάρι μου ολόγιομο…
ακολουθείς τα βήματα μου στην άμμο, κομμάτι της ψυχής μου...
της καρδιάς μου τις αναμνήσεις…
μόνο εσύ μπορείς να δεις μέσα στη σκοτεινιά της ψυχής μου…
απόψε και πάλι θα φωτίσεις τα όνειρα μου…

Στα σκοτάδια της λύπης μου,
...τις νύχτες μου τις μελαγχολικές...
τις κάνεις κομμάτια να σκορπίσουν…
νυκτερινό ονειρογέννημα το μελανόχρυσο σου φως
στα νερά τα πελαγίσια γλυκές ανταύγειες
 μπλέκει  με μυστήριο και υποσχέσεις τη ψυχή και τη σάρκα...

Φεγγάρι μου…
κρατώ τις αχτίδες σου για την ανεξήγητη μελαγχολία της νύχτας...
…τα βράδια που μεγαλώνεις μπροστά μου σε κοιτώ και σου ζητώ υποσχέσεις για το αύριο…

Πήρα τη λάμψη σου…
την έκανα βραχιόλι στο χέρι μου… μελάνι στη πένα της ψυχής μου,
να γράψω αυτές τις γραμμές...
προσπέρασε τα δάκρυα... τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει ότι έζησα…
όσα ελπίζω ότι θα ζήσω...

Χρυσοκύανο πάντρεμα της νύχτας με το φως...
στο ακρογιάλι σε κοιτώ και ονειρεύομαι λιμάνια που ποτέ δεν έφτασα...
μου υπενθυμίζεις βασανιστικά Ιθάκες που προσπέρασα…
και εγώ σου γελώ με κατανόηση…
Φεγγάρι ολόγιομο πολυταξιδεμένο…
πεισματικά αρνιέσαι να καταλάβεις ότι  η δική μου Ιθάκη ήταν πάντα εδώ κοντά μου...
δεν την έψαξα ποτέ... με Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες δεν χρειάστηκε να παλέψω... 
τις Σειρήνες  δεν με ‘νοιαξε να ‘κούσω…
απλά τα όνειρα μου άρχιζαν…  τέλειωναν… πάντα εδώ κοντά… στη δική μου Ιθάκη... 
στην αμμουδιά της πατρίδας μου…

Φεγγάρι μου ...
σου σιγοτραγουδώ... ένα τραγούδι,
παλιό και στα μάτια μου έρχεται το κοριτσάκι με τις πλεξούδες… ολομόναχο...
να παίζει στις αμμουδιές της πόλης… της αγαπημένης… που τα φώτα… μικρά κεράκια τρεμοσβήνουν στο βάθος…
Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη ακρογιαλιά…
Δεν είμαι μόνος,
μαζί της κοιτώ το φως το λαμπερό σου… ονειρεύομαι… μαζί της ταξιδεύω, προσπερνώντας τους βράχους που πετά ο Κύκλωπας…

Φεγγάρι μου…
ολόγιομο που σεργιανίζεις… λαμπερό στην εσχατιά αυτή του κόσμου…
στην απεραντοσύνη της μικρής πατρίδας…
…απόψε όταν βρεις -νυχτοπούλι στο σκοτάδι- το σημάδι του έρωτα
να το απλώσεις μέσα στα όνειρά μου…
να το κεντήσεις στην καρδιά και στο παράθυρο της
…όταν βγεις ξανά για το ταξίδι… άνθρωπος στη γης να γίνεις,
στα μάτια της μολύβι, άγγιγμα στα δάχτυλα της, φιλί στα χείλη της…
…όταν ζυγώσει η αυγή τον έρωτά της δως μου…
τ’ Απρίλη κρίνα της αυγής…
ανασεμιά στην έρημο της μοναξιάς μου…

Φεύγω... πάω στη μικρή ζεστή φωλιά μου...
εκεί υπάρχει φως για τη δική μου ψυχή...
παίρνω μαζί την Ιθάκη μου και αφήνω όσους με κρίνουν,
τις πέτρες του Κύκλωπα να κυνηγήσουν τα όνειρά μου...

Β. Γιωργαλλάς

22/8/2013

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013


Μια νέα γενιά των 4 ευρώ την ώρα…




Προσμένοντας τι; …να κατέβει ο "από μηχανής Θεός" και να δώσει λύση. Σήμερα.....δεν έχω καταλάβει ακόμη αν έχει έλθει τελικά... δε ξέρω είμαι πολύ μπερδεμένος όπως όλοι μας!!! Λυπάμαι που δεν μπορώ, δεν έχω λόγια να εκφράσω αυτό που νιώθω τόσες μέρες... μάλλον βλέπω να στερεύει η ελπίδα και αυτό με φοβίζει πραγματικά, όχι για μένα αλλά για κάθε νέο άνθρωπο, για τα παιδιά μας!!! Νέοι «όμηροι» του ίδιου τους του ονείρου!… με άδεια όνειρα… με άδειες τσέπες!!! Σε μια περίοδο όπου μελέτη του Κυπριακού Ινστιτούτου Στατιστικολόγων δείχνει ότι οι νέοι της Αμμοχώστου επιδεικνύουν την μεγαλύτερη επιθυμία για μετανάστευση…

Αισθάνομαι να είμαι παίκτης σε ένα παιχνίδι όπου οι κανόνες του αλλάζουν συνεχώς. Τόσο εμείς όσο και τα πράγματα έχουν χάσει το συμπαγές τους. Στόχος μας δεν είναι η συγκρότηση μιας ταυτότητας, αλλά η παράκαμψή της - η αποφυγή κάθε προσήλωσης και κάθε δέσμευσης. Ο πολιτισμός μας έπαψε από καιρό να αποτελεί κουλτούρα αναπαραστάσεων, αλλά ομοιωμάτων. 

Ακολουθώντας πιστά το μνημονιακό ρόλο που μας ανάθεσε η παραπαίουσα από ιδανικά και οράματα, πλουτοκρατική γερασμένη Ευρώπη, ξεχάσαμε από καιρό ότι «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος»... 

...φθειρομένης της ανθρωπότητας υπό αποξενώσεως και υπό εγκλεισμού εις το προσωπικόν εκάστου κουβούκλιον... 

Β. Γιωργαλλάς
19/8/2013

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Τάσος Μάρκου...

…τα όνειρά σου, απροσκύνητε στρατηλάτη, σκλαβωμένα στις αετοράχες του Πενταδάκτυλου μοιάζουν πατημασιές ελληνικών αιώνων που πέρασαν απ’ αυτή τη γη μονολογώντας… εδώ είναι Ρωμιοσύνη…
Να ‘μαστε πάλι αδελφέ. Καθόμαστε απέναντι, στην ίδια πλατεία, εγώ μέσα στη ζεστασιά για καφέ, εσύ έξω, με τα μανίκια ανασηκωμένα, άτρωτος από το κρύο, φρουρός. Τα μάτια μας κοιτάζουν τον ίδιο δρόμο που περνά από μπροστά μας και είναι αδειανός. Κόσμος πάει κι έρχεται μέσα σε μία νεκρική σιγή. Λες και δεν  υπάρχουν παιδιά τριγύρω μας, δεν υπάρχουν φωνές, δεν υπάρχει ζωή… Εσύ εκεί, απέναντι, και εγώ λίγο πιο πέρα, απόμακροι κοιτάζουμε στο βάθος του δρόμου, αναστενάζοντας με μάτια βουρκωμένα, με τα βλέμμα βουβό... 

Σηκώνω το βλέμμα μου και ψάχνω να βρω το δικό σου. Δυσκολεύομαι μέσα σε ετούτη την καταχνιά. Σε φαντάζομαι μικρό παιδί, να τρέχεις ανέμελος στις αλάνες και τα βράδια παίζοντας κρυφτό, να παίρνεις τον ουρανό με τα αστέρια να τον κάνεις σεντόνι να σκεπάζεις τα όνειρά σου, εκείνα τα ζεστά καλοκαίρια της νιότης σου...

Σήμερα, μείναμε να κοιταζόμαστε σαν δυό ξένοι. Σηκώνω το φλυτζάνι μου, πίνω τη τελευταία ρουφηξιά και διστακτικά σηκώνομαι κι έρχομαι απέναντι, κοντά σου. Σμίγω τη μοναξιά μου με την δική σου και αναρωτιέμαι, πως γίναμε έτσι. Βουβοί… σκυθρωποί… δίχως κανένα όνειρο... Μας τα ‘κλεψαν κι αυτά, αδελφέ μου, οι πραματευτάδες της ζωής και τα ξεπούλησαν στα παζάρια, στους πάγκους που οι γύφτοι άπλωσαν να προσφέρουν την κλεμμένη πραμάτεια τους στους ξένους.
Πώς καταντήσαμε έτσι αδελφέ; Κάποτε σ’ αυτή τη πλατεία  χορεύαμε στα πανηγύρια ολόρθοι, περήφανοι... Κάποτε, τότε που υπήρχαν μπέσα και ανθρωπιά… Κάποτε, που πιάναμε την πέτρα και την στύβαμε…

Χτυπάει τ’ αϊ Γιώργη η καμπάνα. Γυρίζω και σε κοιτάζω ξανά, επίμονα. Ψάχνω το βλέμμα σου να δω τι υπάρχει εκεί μέσα, αν αυτός ο ατίθασος που μου ’λαχε να γνωρίσω μέσα από τις ατέλειωτες αναζητήσεις της νιότης μου, βρίσκεται ακόμη εκεί. Ψάχνω να βρω το λιοντάρι, ψάχνω να βρω τη ματιά που άνοιγε τα βουνά στο πέρασμά της. Σε φαντάζομαι και εσένα  νέο κι ερωτευμένο, να γελάς γεμάτος νιάτα και ζωή να νιώθεις δικό σου όλο το κόσμο. Τότε… Σήμερα… γίνεσαι μάρτυρας ενός άλλου κόσμου, αδελφέ μου, φερμένου από αλλού, από λιμοκοντόρους που κάνανε το ψέμα δουλειά και που πληρώνονται με τον δικό μας τον ιδρώτα… με το δικό σου αίμα…
Εσύ κοιτάς στον δρόμο. Γνωρίζεις πολύ καλά, όπως κι εγώ, πως ετούτος ο δρόμος μας περιμένει. Πως δεν έχουμε άλλο από το να τον ακολουθήσουμε. Κατεβάζεις το τουφέκι από τον ώμο, μου χτυπάς την πλάτη και σηκώνεσαι. Εγώ θα ξεκινήσω, μου λες. Αν θέλεις έρχεσαι. Θα είναι πιο εύκολος ο δρόμος, αν είμαστε μαζί. Στην άκρη του βρίσκεται το χρέος... Το χρέος στην φυλή που μοιάζει να χάνεται... Το χρέος  στο παιδί που του ‘κλεψαν τα όνειρα του. Το χρέος στους χθεσινούς και στους αυριανούς. Το χρέος στο χώμα που μας καρτερά. Το χρέος στην ψυχή που λιώνει. Μα πιότερο το χρέος στην πίστη και στον Θεό που μας έκανε την τιμή να περπατήσουμε αυτό τον δρόμο, να τον ευχαριστήσουμε για τον αγώνα τον καλό που μας προσφέρει και να τον δοξάσουμε με όση τιμή κρύψαμε μέσα στην καρδιά μας.

Το χρέος, γραμμένο με το άλικο σου αίμα, περήφανε, απροσκύνητε στρατηλάτη, που αρνούμενος να παραδώσεις τη πατρώα γη έμεινες εκεί, έτσι όπως σε έταξε η προγονική αρετή, να διαφεντεύεις του Πενταδάκτυλου τα ματωβαμμένα βουνά… «άτρωτος από βόλια εχθρικά,  Ήρωας και Μάρτυρας μαζί, σέρνοντας στον ώμο ένα σταυρό πελώριο, που εθελούσια φορτώθηκες ολομόναχος, για να εξαγνίσεις λάθη και  πάθη και  μια εθνική προδοσία. Και μ’ ένα θρύλο ν’ αγκαλιάζει το όνομά σου, -όπως το θρύλο του μαρμαρωμένου Βασιλιά - θα βρίσκεσαι πάντοτε εκεί, εμπροσθοφυλακή στην κατεχόμενη Πατρίδα, για να ψιθυρίζουμε με δέος το όνομά σου και να θυμόμαστε το βαρύ εθνικό χρέος, που μας προσμένει...» (Μυρτιώτης, 1996).
Ετούτο είναι το χρέος μας, αδελφέ, και αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε. Το ξέρεις. Κι όσο αργούμε να ξεκινήσουμε, τόσο σκοτεινιάζει ο ουρανός από τους δαίμονες που χορεύουν τριγύρω μας. Κι όσο αργούμε να βάλουμε μπρος, τόσο και λιγοστεύει ο χρόνος που μας απομένει.

Σε κοιτώ βουβά. Που το βρήκες όλο αυτό το κουράγιο, αδελφέ; Σηκώνομαι και ξεκινώ. Καλός ο καφές, μα ετούτος ο δρόμος δεν φεύγει. Θα είναι πάντα εδώ. Μήτε το χρέος φεύγει κι όσο περνά η ώρα όλο και βαραίνει. Πίνω μια γουλιά κουράγιο από την ανεξίτηλη πηγή της ψυχής σου, και εσύ με κοιτάς με τη αέναη ελληνική ματιά σου. Ξάφνου, σαν να διάβασες τη σκέψη μου στέκεσαι δίπλα μου… ξεκινάμε... Ξεκινάμε να συναντήσουμε τα όνειρά σου στις σκλαβωμένες αετοφωλιές του Πενταδάκτυλου… Αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε, το ξέρουμε και οι δυό…




Ευλογημένος να  'σαι αδελφέ, επειδή μου έμαθες όσα δεν ήξερα κι επειδή μου έριχνες φως στο σκοτάδι όταν δεν έβλεπα, τις ατέλειωτες νύκτες της μοναξιάς μου. Θα ψαχουλέψω τα όνειρά σου υψιπέτη αδελφέ μου, αγονάτιστε και απροσκύνητε  Έλληνα στρατηλάτη και θα βρω το κουράγιο να τραβήξω το δρόμο σου…
Τέλος στην στάση της ζωής μας, λοιπόν... Ήρθε η ώρα να πάρουμε τα όνειρά μας πίσω... Ήρθε η ώρα να περπατήσουμε τον δρόμο σου που από πάντα μας περίμενε… Κι αν είναι βαρύς για τα χρόνια μας, δεν φταίει αυτός, αλλά εμείς, που δεν αποφασίσαμε να τον διαβούμε πιο νέοι…

Μέσα σε αυτόν τον θόρυβο της σιωπής που μας ζώνει, πρέπει να βρούμε την καθαρότητα από το φως της ψυχής μας και συνάμα να πάψουμε να κοιτάζουμε κάτω και να σηκώσουμε το βλέμμα μας στ’ αστέρια, να τολμήσουμε να κοιτάξουμε μέσα από την προσευχή μας τον ήλιο και το φως που θα διώξει το σκοτάδι της σύγχυσης στο οποίο σήμερα είμαστε βυθισμένοι. Να τολμήσουμε να δούμε στον καθρέφτη το τραγικό μας είδωλο, που κομμένο στα δύο αλληλοσπαράσσεται και μας καταστρέφει.


Βασίλης Γιωργαλλάς
26/1/2013

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Αμμόχωστος 1974...


Το 146 π.Χ. ο Διαίος και ο Κριτόλαος, οι δύο στρατηγοί της Αχαϊκής Συμπολιτείας, πολέμησαν καὶ έπέσαν εὐκλεῶς προτάσσοντας τα στήθη τους στις Ρωμαϊκές λεγεώνες, τοὺς πανταχοῦ νικήσαντας μὴ φοβηθέντες...

Ὑπὲρ τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας πολεμήσαντες


Ἀνδρεῖοι σεῖς ποὺ πολεμήσατε καὶ πέσατ᾿ εὐκλεῶς
τοὺς πανταχοῦ νικήσαντας μὴ φοβηθέντες.
Ἄμωμοι σεῖς, ἂν ἔπταισανΔιαῖος κι ὁ Κριτόλαος.
Ὅταν θὰ θέλουν οἱ Ἕλληνες νὰ καυχηθοῦν,
«Τέτοιους βγάζει τὸ ἔθνος μας» θὰ λένε
γιὰ σᾶς. Ἔτσι θαυμάσιος θά ῾ναιἔπαινός σας.

Κ. Π. Καβάφης

Το 1974, απόντων του Διαίου και του Κριτόλαου, η αγαπημένη πόλη, μόνο με τους 32 εφέδρους να την υπερασπίζονται, έχοντας μοναδική επιλογή  να χαθούν αμαχητί ή να υποχωρήσουν... Δίνουν τον ύστατο χαιρετισμό στην υποστολή της γαλανόλευκης στα αέναα ελληνικά ακρογιάλια της πόλης του Ευαγόρα...



15 Αυγούστου 1974…
Η Αμμόχωστος, προδομένη, παραδόθηκε αμαχητί στους Τούρκους εισβολείς, οι οποίοι μπήκαν ανενόχλητοι στην πόλη του Ευαγόρα, που έμοιαζε πόλη-φάντασμα από την εγκατάλειψη.





Η Αμμόχωστος μας υπενθυμίζει την προσήλωσή μας στα πανάρχαια χώματα των Αχαιών και μαστιγώνει τη νοσταλγία μας για επιστροφή. Η Αμμόχωστος παραμένει ζωντανή στη μνήμη και την καρδιά μας, ένα όνειρο που ρυμουλκεί την ελπίδα της δικαίωσης...

Β. Γιωργαλλάς
15/8/2013

«...παραμυθίαν ουκ έχω πλην σου, Δέσποινα του κόσμου...»


15 Αυγούστου - Κοίμηση της Θεοτόκου.  Για τους Έλληνες το πρόσωπο της Παναγίας έχει συνδεθεί με τους αγώνες του έθνους και ο ελληνικός λαός την τιμά και τη σέβεται περισσότερο από κάθε άλλο ιερό πρόσωπο. Χιλιάδες πιστών με την ψυχή γεμάτη ελπίδα και κατάνυξη, προστρέχουν να την ικετέψουν να μεσολαβήσει στον Υιό της, να γίνει η «μεσίτρια»  για τη δική μας σωτηρία… 

Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ
Αυτή η ιδιαίτερη λατρεία για την Παναγία φαίνεται και από τα εκατοντάδες προσωνύμια που της έχουν αποδώσει, αλλά και από τα αναρίθμητα προσκυνήματα ανά την επικράτεια. Ξεχωριστό μνημείο η Παναγιά του Σουμελά, ο Πανάγιος Τάφος της ποντιακής χριστιανοσύνης.




Η Ιερά Αυτοκρατορική Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Σουμελά. Το σεπτότερο λείψανο του ποντιακού Ελληνισμού. Ένα άγιο κουφάρι ενσωματωμένο στη χαρακιά του μονόλιθου βράχου.



Μεταφέρω την περιγραφή του Κ. Παπαμιχαλόπουλου, όπως την αναφέρει στο βιβλίο του «Γη του Πόντου» ο Δημήτρης Ψαθάς (σελ. 194).



«... ΄Ύψος ενταύθα υπέρ την θάλασσαν 1320 μέτρα. Οίον κατασκεύασμα της φύσης και της τέχνης! Οία η μεγαλοπρέπεια της θέας αυτού! Οία η εξ αυτού εκγιγνομένη εις την ψυχήν κατάπληξις! Οίον δε και το εντεύθεν θέαμα προς τα κάτω, όπου χαίνει η βαθεία χαράδρα και προς τα άνω, όπου εξακολουθεί υψούμενος ολοκάθετος και κοίλος ο μέγας βράχος επί εκατοντάδες μέτρων! Οία η θέα προς τα απέναντι ωραία βουνά, κατάφυτα, ποικίλα το χρώμα, αλλά πάντοτε πράσινα! Και ο Πυξίτης ακούεται μέχρι ημών, εις τούτο το ύψος, ερίγδουπος. Ότε δε εις ταύτας, τας εκ των πρώτων στιγμών ισχυράς εντυπώσεις προσετέθει και ο ήχος των κωδώνων, κρουομένων συνήθως επί τη αφίξει ξένων, και η αντήχησις εις τας φαινομένας πλευράς των βουνών και τας αφανείς ρωγμάς των χαραδρών, τότε υπερκόσμιον αίσθημα κατέλαβε την ψυχήν μου και ενενθυμήθην ότι είχε πληρέστερα δίκαιον ο Φαλμεράυερ εκείνος, ο περιηγηθείς το πλείστον της Ευρώπης και της Ανατολής και γνωρίσας πλείστας άλλας χώρας του κόσμου... ...λέγων εν κατακλείδι της περιγραφής των πέριξ της θέσεως της Ιεράς Μονής ταύτης: Ουδέν μέρος τυγχάνει εν τω κόσμω ποσφορώτερον προς ίδρυσιν τοιούτου θρησκευτικού αναχωρητηρίου, ή οι πλήρεις μαγείας δρυμώνες του κολχικού όρους Μελά»



Β. Γιωργαλλάς
15/8/2013

Κυριακή 11 Αυγούστου 2013


THE ROAD NOT TAKEN - Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΞΑ

Robert Frost, 1920


Δύο δρόμοι χώριζαν σ’ ένα χρυσαφένιο δάσος, 
Και προς λύπη μου και τους δυο να ταξιδέψω δεν μπορούσα
Και καθώς ήμουν ταξιδευτής μονάχος, κάθισα πολύ ώρα 
Κοιτάζοντας τον ένα, όσο να χαθεί στο βάθος 
Μέχρι κει που χανόταν στη στροφή στα άγρια χόρτα, 

Μετά πήρα τον άλλον, πού ’ταν το ίδιο όμορφος κι εκείνος, 
κι ίσως να είχε πιο πολλούς λόγους για να διαλεχτεί ,
Καθότι χορταριασμένος, ζητούσε να περπατηθεί, 
κι ας έδειχνε πως από περαστικών το πόδι δεν ήταν πατημένος
και το πέρασμα τους φαινόταν περίπου το ίδιο, 

Και οι δύο εκείνο το πρωί ήρεμοι ανοίγονταν μπροστά μου
Με φύλλα αγνά κι απάτητα από ανθρώπινο ποδάρι,
Ω, φύλαξα τον πρώτο για κάποια άλλη μέρα! 
Και γνωρίζοντας όμως πως ο ένας δρόμος σ’ άλλον σε οδηγεί, 
Αμφέβαλα εάν θα επέστρεφα ποτέ ξανά. 

Θα το διηγούμαι μ’ ένα στεναγμό αυτό
Κάπου για πολλά, πολλά χρόνια μετά: 
Δύο δρόμοι χώριζαν σ’ ένα δάσος, 
Εγώ πήρα τον λιγότερο ταξιδεμένο
Και αυτό ήταν που έκανε όλη την διαφορά...


Κάποιοι επιλέγουμε και αυτό το δρόμο... ή μόνο αυτό το δρόμο...
Όπως και να’ χει είναι "ο δρόμος ο λιγότερο περπατημένος" αλλά και ο πιο ελεύθερος και ανεξάρτητος.


Β. Γεωργαλλάς
11/8/2013

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Τηλλυρία, 8/8/1964



Όμως ξέρουμε καλά πια
τι επωμιζόμαστε μ’ αυτούς τους νεκρούς,
όμως ξέρουμε καλά πια
τι υπογράφουμε μ’ αυτούς τους νεκρούς,
τι εννοούν,
τι θα γράψη στο χώμα,
τι θα γράψη κάτω απ’ το χώμα,
τι θα εναποθέση για τα βήματά μας,
τι θα εναποθέση για τις σκαπάνες μας
το κάρβουνο των καψαλισμένων χεριών.


Κώστα Μόντη, 
“Περιοχή Μανσούρας (Σχεδίασμα)” 
10/8/1964


Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

5 Αυγούστου 1571


Οι τελευταίοι υπερασπιστές της Αμμοχώστου παραδίνουν την πόλη στις Οθωμανικές ορδές. Η φρουρά της πόλης, πολέμησε γενναία για να διαφυλάξει την τελευταία ανάσχεση της Δύσης προς ανατολάς, υπερασπιζόμενη με ηρωισμό τα χώματα της Κύπρου. 

400 χρόνια αργότερα, 15 Αυγούστου του 1974 η  Αμμόχωστος, προδομένη παραδόθηκε στους πολυάριθμους  Τούρκους εισβολείς.


Αύγουστος, μήνας πικρός για τη γη μας. Μήνας μνήμης, για όσους χρειάστηκε να δώσουν τη ζωή τους, τελευταία υπέρτατη θυσία στη λευτεριά, για να παραμείνει η Κύπρος ελεύθερη, για να παραμείνουμε εμείς σήμερα στα χώματά της. Τιμή σ’ αυτούς που φύλαξαν Θερμοπύλες, σ’ αυτούς  τους ολίγους που αντιτάχθηκαν και τσαλάκωσαν την αλαζονεία των πολλών πολεμώντας  υπερήφανα και χωρίς ελπίδα τις πάνοπλες ορδές του Αττίλα. 



Αύγουστος και πάντα ο ίδιος εχθρός, μαχαίρι καρφωμένο στην καρδιά της περηφάνιας μας... Πληγή που δεν μπορεί να κλείσει... Ο πικρός Αύγουστος μνημείο στις ψυχές μας… Φάρος  αντίστασης ψυχή τε και σώματι … Φωτεινή υπενθύμιση και φόρτιση στους εσωτερικούς μας αποδέκτες…  ότι υπάρχει και η άλλη Κύπρος… αυτή που επαγρυπνεί και αντιτάσσεται στη σκλαβιά… που αναζητά την ελευθερία και τη δημοκρατία… που τιμά και σέβεται τους ηρωικούς υπερασπιστές της, που δεν ξεχνά… την πόλη, την τόσο αγαπημένη…

Β. Γεωργαλλάς

5/8/2013