Τάσος Μάρκου...
![]() |
…τα όνειρά σου, απροσκύνητε
στρατηλάτη, σκλαβωμένα στις αετοράχες του Πενταδάκτυλου μοιάζουν
πατημασιές ελληνικών αιώνων που πέρασαν απ’ αυτή τη γη μονολογώντας… εδώ είναι Ρωμιοσύνη…
|
Να ‘μαστε πάλι αδελφέ. Καθόμαστε
απέναντι, στην ίδια πλατεία, εγώ μέσα στη ζεστασιά για καφέ, εσύ έξω, με τα
μανίκια ανασηκωμένα, άτρωτος από το κρύο, φρουρός. Τα μάτια μας κοιτάζουν τον
ίδιο δρόμο που περνά από μπροστά μας και είναι αδειανός. Κόσμος πάει κι έρχεται
μέσα σε μία νεκρική σιγή. Λες και δεν υπάρχουν παιδιά τριγύρω μας, δεν υπάρχουν
φωνές, δεν υπάρχει ζωή… Εσύ εκεί, απέναντι, και εγώ λίγο πιο πέρα, απόμακροι κοιτάζουμε
στο βάθος του δρόμου, αναστενάζοντας με μάτια βουρκωμένα, με τα βλέμμα βουβό...
Σηκώνω το βλέμμα μου και ψάχνω να
βρω το δικό σου. Δυσκολεύομαι μέσα σε ετούτη την καταχνιά. Σε φαντάζομαι μικρό
παιδί, να τρέχεις ανέμελος στις αλάνες και τα βράδια παίζοντας κρυφτό, να
παίρνεις τον ουρανό με τα αστέρια να τον κάνεις σεντόνι να σκεπάζεις τα όνειρά
σου, εκείνα τα ζεστά καλοκαίρια της νιότης σου...
Σήμερα, μείναμε να κοιταζόμαστε
σαν δυό ξένοι. Σηκώνω το φλυτζάνι μου, πίνω τη τελευταία ρουφηξιά και διστακτικά
σηκώνομαι κι έρχομαι απέναντι, κοντά σου. Σμίγω τη μοναξιά μου με την δική σου
και αναρωτιέμαι, πως γίναμε έτσι. Βουβοί… σκυθρωποί… δίχως κανένα όνειρο... Μας
τα ‘κλεψαν κι αυτά, αδελφέ μου, οι πραματευτάδες της ζωής και τα ξεπούλησαν στα
παζάρια, στους πάγκους που οι γύφτοι άπλωσαν να προσφέρουν την κλεμμένη
πραμάτεια τους στους ξένους.
Πώς καταντήσαμε έτσι αδελφέ;
Κάποτε σ’ αυτή τη πλατεία χορεύαμε στα
πανηγύρια ολόρθοι, περήφανοι... Κάποτε, τότε που υπήρχαν μπέσα και ανθρωπιά…
Κάποτε, που πιάναμε την πέτρα και την στύβαμε…
Χτυπάει τ’ αϊ Γιώργη η καμπάνα.
Γυρίζω και σε κοιτάζω ξανά, επίμονα. Ψάχνω το βλέμμα σου να δω τι υπάρχει εκεί
μέσα, αν αυτός ο ατίθασος που μου ’λαχε να γνωρίσω μέσα από τις ατέλειωτες
αναζητήσεις της νιότης μου, βρίσκεται ακόμη εκεί. Ψάχνω να βρω το λιοντάρι,
ψάχνω να βρω τη ματιά που άνοιγε τα βουνά στο πέρασμά της. Σε φαντάζομαι και
εσένα νέο κι ερωτευμένο, να γελάς γεμάτος
νιάτα και ζωή να νιώθεις δικό σου όλο το κόσμο. Τότε… Σήμερα… γίνεσαι μάρτυρας
ενός άλλου κόσμου, αδελφέ μου, φερμένου από αλλού, από λιμοκοντόρους που κάνανε
το ψέμα δουλειά και που πληρώνονται με τον δικό μας τον ιδρώτα… με το δικό σου
αίμα…
Εσύ κοιτάς στον δρόμο. Γνωρίζεις
πολύ καλά, όπως κι εγώ, πως ετούτος ο δρόμος μας περιμένει. Πως δεν έχουμε άλλο
από το να τον ακολουθήσουμε. Κατεβάζεις το τουφέκι από τον ώμο, μου χτυπάς την
πλάτη και σηκώνεσαι. Εγώ θα ξεκινήσω, μου λες. Αν θέλεις έρχεσαι. Θα είναι πιο
εύκολος ο δρόμος, αν είμαστε μαζί. Στην άκρη του βρίσκεται το χρέος... Το χρέος
στην φυλή που μοιάζει να χάνεται... Το χρέος
στο παιδί που του ‘κλεψαν τα όνειρα του. Το χρέος στους χθεσινούς και
στους αυριανούς. Το χρέος στο χώμα που μας καρτερά. Το χρέος στην ψυχή που
λιώνει. Μα πιότερο το χρέος στην πίστη και στον Θεό που μας έκανε την τιμή να
περπατήσουμε αυτό τον δρόμο, να τον ευχαριστήσουμε για τον αγώνα τον καλό που
μας προσφέρει και να τον δοξάσουμε με όση τιμή κρύψαμε μέσα στην καρδιά μας.
Το χρέος, γραμμένο με το άλικο
σου αίμα, περήφανε, απροσκύνητε στρατηλάτη, που αρνούμενος να παραδώσεις τη
πατρώα γη έμεινες εκεί, έτσι όπως σε έταξε η προγονική αρετή, να διαφεντεύεις
του Πενταδάκτυλου τα ματωβαμμένα βουνά… «άτρωτος
από βόλια εχθρικά, Ήρωας και Μάρτυρας
μαζί, σέρνοντας στον ώμο ένα σταυρό πελώριο, που εθελούσια φορτώθηκες
ολομόναχος, για να εξαγνίσεις λάθη και πάθη και
μια εθνική προδοσία. Και μ’ ένα θρύλο ν’ αγκαλιάζει το όνομά σου, -όπως
το θρύλο του μαρμαρωμένου Βασιλιά - θα βρίσκεσαι πάντοτε εκεί, εμπροσθοφυλακή
στην κατεχόμενη Πατρίδα, για να ψιθυρίζουμε με δέος το όνομά σου και να
θυμόμαστε το βαρύ εθνικό χρέος, που μας προσμένει...» (Μυρτιώτης, 1996).
Ετούτο είναι το χρέος μας,
αδελφέ, και αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε. Το ξέρεις. Κι όσο αργούμε να
ξεκινήσουμε, τόσο σκοτεινιάζει ο ουρανός από τους δαίμονες που χορεύουν τριγύρω
μας. Κι όσο αργούμε να βάλουμε μπρος, τόσο και λιγοστεύει ο χρόνος που μας
απομένει.
Σε κοιτώ βουβά. Που το βρήκες όλο
αυτό το κουράγιο, αδελφέ; Σηκώνομαι και ξεκινώ. Καλός ο καφές, μα ετούτος ο
δρόμος δεν φεύγει. Θα είναι πάντα εδώ. Μήτε το χρέος φεύγει κι όσο περνά η ώρα
όλο και βαραίνει. Πίνω μια γουλιά κουράγιο από την ανεξίτηλη πηγή της ψυχής σου,
και εσύ με κοιτάς με τη αέναη ελληνική ματιά σου. Ξάφνου, σαν να διάβασες τη
σκέψη μου στέκεσαι δίπλα μου… ξεκινάμε... Ξεκινάμε να συναντήσουμε τα όνειρά
σου στις σκλαβωμένες αετοφωλιές του Πενταδάκτυλου… Αλλιώς δεν μπορούμε να
κάνουμε, το ξέρουμε και οι δυό…
Ευλογημένος να 'σαι αδελφέ, επειδή μου έμαθες όσα δεν ήξερα
κι επειδή μου έριχνες φως στο σκοτάδι όταν δεν έβλεπα, τις ατέλειωτες νύκτες
της μοναξιάς μου. Θα ψαχουλέψω τα όνειρά σου υψιπέτη αδελφέ μου, αγονάτιστε και
απροσκύνητε Έλληνα στρατηλάτη και θα βρω
το κουράγιο να τραβήξω το δρόμο σου…
Τέλος στην στάση της ζωής μας,
λοιπόν... Ήρθε η ώρα να πάρουμε τα όνειρά μας πίσω... Ήρθε η ώρα να περπατήσουμε τον δρόμο σου που
από πάντα μας περίμενε… Κι αν είναι βαρύς για τα χρόνια μας, δεν φταίει αυτός,
αλλά εμείς, που δεν αποφασίσαμε να τον διαβούμε πιο νέοι…
Μέσα σε αυτόν τον θόρυβο της
σιωπής που μας ζώνει, πρέπει να βρούμε την καθαρότητα από το φως της ψυχής μας
και συνάμα να πάψουμε να κοιτάζουμε κάτω και να σηκώσουμε το βλέμμα μας στ’
αστέρια, να τολμήσουμε να κοιτάξουμε μέσα από την προσευχή μας τον ήλιο και το
φως που θα διώξει το σκοτάδι της σύγχυσης στο οποίο σήμερα είμαστε βυθισμένοι.
Να τολμήσουμε να δούμε στον καθρέφτη το τραγικό μας είδωλο, που κομμένο στα δύο
αλληλοσπαράσσεται και μας καταστρέφει.
Βασίλης Γιωργαλλάς
26/1/2013


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου