Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Κωνσταντίνος Κουκίδης

27 Απριλίου 1941


Ο φαντάρος Κωνσταντίνος Κουκίδης, στην Καλλιθέα μεριά του Βράχου πρέπει να υποστείλει την Ελληνική Σημαία... οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα...





Ο στρατιώτης Κώστας Κουκίδης, σήκωσε για πολλοστή φορά το βλέμμα και στύλωσε τα μάτια στη γαλανόλευκη, που ο πρωινός αέρας την έκανε να πλαταγίζει.


«Αυτό είναι το ιερό πανί, το γαλανό και τ’ άσπρο, κομμάτι απ’ ανοιξιάτικο και...» πήρε να ψιθυρίζει τα λόγια του ποιητή…
«Ο ελεύθερος άνθρωπος ποτέ δε νικιέται», ξεστόμισε δυνατά… λόγια που τα έλεγε συχνά ο δάσκαλος του… τα είχε πιστέψει... τούτο το πρωινό τα πίστευε πιότερο παρά ποτέ. 
…έπιασε το κορδόνι… έστρεψε το βλέμμα προς τα πάνω… να δει για τελευταία φορά το σύμβολο της πατρίδας του να κυματίζει στον καταγάλανο αττικό ουρανό. 
…τα μάτια του πλημμύρισαν, το γαλάζιο τ’ ουρανού έγινε γκρίζο και το περίγραμμα της σημαίας θολό…
«Αυτό είναι το ιερό πανί… το γαλανό και τα’ άσπρο…» άρχισε να λέει καθώς κατέβαζε αργά αργά τη σημαία.




Για μερικές στιγμές κοίταξε με περιφρόνηση τους εχθρούς. Ύστερα έκανε μεταβολή κι άρχισε να βαδίζει προς την άκρη του βράχου.

…όταν έφτασε στο χείλος του γκρεμού γύρισε και κοίταξε τους εχθρούς με μάτια που πετούσαν φλόγες... τυλίχτηκε την ελληνική σημαία και ρίχτηκε στο κενό...





Από το βιβλίο του Γιώργου Πολυράκη, "Οι αετοί πεθαίνουν ελεύθεροι"


Δείτε το μικρό αφιερώμα στη πιο κάτω σελίδα: 

https://www.facebook.com/photo.php?v=10201144732088719&set=vb.1482193977&type=2&theater


27 Απριλίου 2014...

Με κούρασαν οι μπλε και οι κόκκινες σημαιούλες. Με κούρασαν οι κύριοι με τις γραβάτες που με κοροϊδεύουν κάθε μέρα στο γυαλί...

Εσείς αδέρφια μπλε και Εσείς αδέρφια κόκκινα όταν Εσείς βρίζεστε... κάπου... οι τάφοι τρέμουν... γιατί ο Γρηγόρης, ο Ευαγόρας, ο Κυριάκος, ο Φώτης, όλοι όσοι πρόταξαν τα νεανικά τους στήθη απέναντι στους κατακτητές και εισβολείς, δεν έπεσαν ούτε για το ΑΓΓΕΛΑΚΙ ούτε για το ΣΦΥΡΟΔΡΕΠΑΝΟ. Έπεσε για τη σημαία την μπλε με το λευκό σταυρό που οι μισοί την καίτε και οι άλλοι μισοί την εκμεταλλεύεστε και την καπηλεύεστε για κομματικά οφέλη και προσωπικά συμφέροντα. 


Μας αξίζει ένα καλύτερο μέλλον σ’ αυτή τη γη που μας μεγάλωσε...


Αυτή η γη δεν είναι βαμμένη με τα χρώματα που βάφετε τα γήπεδα, τα καφενεία, τα κόμματα και τα σωματεία σας...

Αυτή η γη δεν είναι βαμμένη με το δικό σας μπλε ούτε με το δικό σας κόκκινο... Αυτή η γη είναι βαμμένη με το μπλε της Ελλάδας και το κόκκινο του αίματος...

Βασίλης Γεωργαλλάς
27/4/2014

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Ο Άγιος Γεώργιος ο Εξορινός


Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Εξορινού, βρίσκεται στην εντός των τειχών παλιά πόλη της Αμμοχώστου και πιθανόν να ταυτίζεται με τη νεστοριανή εκκλησία που κτίστηκε στην Αμμόχωστο γύρω στα 1359-1360μ.Χ. Είναι μία από τις περίπου 365 εκκλησίες (οι περισσότερες σήμερα είναι ερείπια) που κτίστηκαν επί Φραγκοκρατίας. Σύμφωνα με τον Λεόντιο Μαχαιρά (Κύπριο χρονογράφος από τα μέσα του 14ου αι. μέχρι περίπου τα μέσα του 15ου αι.), ο νεστοριανός ναός είχε κτιστεί περί τα μέσα του 14ου αιώνα από τους πλούσιους αδελφούς εμπόρους Λαχανεστούρη ή Ουλαχά. Οι Νεστοριανοί ήλθαν στην Αμμόχωστο μετά την πτώση της Άκρα το 1291, ήταν κυρίως έμποροι που αποτελούσαν την πλουσιότερη τάξη της Αμμοχώστου. Γράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς για τους αδελφούς Λαχά: «Ο οποίος επολόμαν κατά την πίστη του πολλά ψυσικά και έκτισεν και την εκκλησία τους Νεστορήδες απού γης».


Ένα θεσπέσιο δείγμα Γοτθικού ρυθμού, που παρουσιάζει ομοιότητες με το Αββαείο του Μπέλλαπαϊς. Ο ναός αρχικά ήταν μονόκλιτος και κατέληγε σε ημικυκλική αψίδα και ο κεντρικός χώρος καλυπτόταν με σταυροθόλια ενώ η αψίδα με τεταρτοσφαίριο. Αργότερα ο ναός διευρύνθηκε με την προσθήκη δυο πλάγιων κλιτών και ανοίχθηκαν δύο οξυκόρυφα τόξα στο βόρειο και στο νότιο τοίχο της εκκλησίας για να επικοινωνούν μεταξύ τους τα κλίτη. Ο διάκοσμος της εκκλησίας ήταν περιορισμένος αλλά γενικά ο ναός παρουσίαζε μια αρμονία και απλότητα. Οι περισσότερες από τις τοιχογραφίες και τις ανάγλυφες παραστάσεις που κοσμούσαν την εκκλησία, έχουν καταστραφεί. Οι λίγες τοιχογραφίες που σώζονται χρονολογούνται σε δύο περιόδους: αυτές του 14ου αιώνα που φέρουν βυζαντινές επιδράσεις, και αυτές του 15ου αιώνα με αναφορές στην ιταλική και συριακή νοοτροπία, να παρουσιάζουν όρθιους αγίους με συριακές επιγραφές, στοιχείο που ενισχύει την πιθανότητα ο ναός να είναι των νεστοριανών.


Όταν η πόλη κυριεύτηκε από τους Οθωμανούς το 1571, ο ναός αυτός βομβαρδίστηκε από τα τουρκικά πυρά και παρέμεινε έρημος για πολλά χρόνια, ή χρησιμοποιήθηκε ως αποθηκευτικός χώρος, ακόμη και στάβλος για καμήλες... Για περισσότερα από 300 χρόνια τα σήμαντρα του ναού σώπασαν… μέχρι το 1905. Το 1905 όταν η Κύπρος είχε περιέλθει υπό αγγλική κατοχή (από το 1878), ο Μιχαλάκης Λοϊζίδης, ναυτιλιακός πράκτορας από το Βαρώσι, εξασφάλισε άδεια από τον Άγγλο διοικητή να καθαρίσει την εκκλησία. Ο γνωστός στην εποχή εργολάβος του λιμανιού (χαμάλπασιης) Κιαμιλής, προμήθευσε δωρεάν, άριστης ποιότητας ξύλο για πόρτες και παράθυρα.  Επειδή η εκκλησία αρχικά ανήκε  στους Νεστοριανούς, έπρεπε να μυρωθεί για να γίνει Ορθόδοξη. Η εκκλησία μυρώθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο, τον λεγόμενο Κυριλλάτσο, το 1906. Από τότε άρχισε να λειτουργεί ο Άγιος Εξορινός με πρόεδρο της Επιτροπείας τον Μιχαλάκη Λοϊζίδη και με ιερέα δανεικό από το χωριό Κοντέα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ήλθε στο Βαρώσι με άλλους πρόσφυγες ο ιερέας Παπά-Μανέας ο οποίος και διορίστηκε εφημέριος της ενορίας Αγίου Γεωργίου Εξορινού.


Η ονομασία του ναού οφείλεται στην παράδοση που λέει ότι όποιος ήθελε να απαλλαγεί από έναν εχθρό, μάζευε σκόνη από το δάπεδο της εκκλησίας και το σκόρπιζε γύρω από την κατοικία του εχθρού του και πάνω από τα τείχη και έξω από την πόλη ώστε ο εχθρός να εγκαταλείψει την Αμμόχωστο. Για αυτό το λόγο ο Άγιος Γεώργιος ονομάστηκε Εξορινός.

Στην ενορία του Αγίου Γεωργίου Εξορινού, στην παλιά Αμμόχωστο,  κατοικούσαν πολλοί Ελληνοκύπριοι, λειτουργούσε ελληνικό Δημοτικό Σχολείο και υπήρχαν τοπικές αρχές με μουχτάρη (κοινοτάρχη). Οι διαμάχες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων είχαν σαν αποτέλεσμα όλοι οι Ελληνοκύπριοι να εγκαταλείψουν την εντός των τειχών Αμμόχωστο το 1957. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Εξορινού ερημώνεται και πάλι. Τα τελευταία χρόνια η εκκλησία, που έχουν αφαιρεθεί από μέσα οι εικόνες, χρησιμοποιείται από το Πανεπιστήμιο Ανατολικής Μεσογείου, ως αίθουσα συναυλιών και ως «Πολιτιστικό Κέντρο».


Τον Δεκέμβρη του 2013 μετά από άδεια που εξασφάλισαν από τις κατοχικές αρχές, η ομάδα πρωτοβουλίας ''ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ Η ΠΟΛΗ ΜΑΣ'' σε συνεργασία με την FAMAGUSTA INITIATIVE, πρωτοστατούντος του Μητροπολίτη Κωνσταντίας Βασίλειου, η εκκλησία επαναλειτούργησε μετά από 57 χρόνια σιωπής…  


Ο τελευταίος Επιτάφιος σύμφωνα με την Μαρία Δημητρίου, θυγατέρα του τελευταίου ιερέα της εκκλησίας, ξεκίνησε το 1956 από τον ιστορικό ναό πέρασε από τον Άγιο Νικόλα και βγήκε από την πύλη του Λιμανιού να συναντήσει τους άλλους επιτάφιους της πόλης…

Μαραγκού Γ Άννα, Κούτας Γ Ανδρέας (2005). «ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ, Η Ιστορία της Πόλης», Λευκωσία
http://www.philenews.com/el-gr/koinonia-epistoles/441/178101/o-agios-georgios-o-exorinos#sthash.wgEsToVF.dpuf
http://www.philenews.com/el-gr/top-stories/885/195393/istoriki-leitourgia-stin-entos-ton-teichon-ammochosto#sthash.iGB5d71a.dpuf

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΗΡΩΑΣ 

Πέρασαν σήμερα 59 χρόνια μετά από εκείνο το χάραμα τις 1ης του Απρίλη του 1955, από εκείνο το συναπάντημα της μοίρας, εκείνο το ανδροκάλεσμα του θανάτου, όπου μια δράκα αμούστακα παιδιά μετέτρεψαν τη σκλάβα γη σε βωμό δόξας ουρανόφταστης…

Αρχίζοντας οποιανδήποτε αναφορά για το 55 χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε ότι ένας είναι ο μεγάλος ήρωας του, ο λαός. Το πότισε με το αίμα του και το’ θρεψε με τις θυσίες του. Δίχως τα ανώνυμα παλικάρια που σβάρνιζαν τα βουνά και τους λόγγους, λευτεριά δεν βλέπαμε. Αυτοί, οι ταπεινοί και ξεχασμένοι, μας τη χάρισαν. Μέσα από αυτά τα ανώνυμα παλληκάρια που γέννησε η Κύπρια γη, παιδιά αμούστακα πλασμένα μέσα στο πρόωρο αγροτικό μόχθο, ξεπήδησαν οι Αυξεντίου, οι Μάτσηδες, οι Παλληκαρίδιες… Αυτούς λοιπόν ας στολίσουμε με το χρυσό στεφάνι της δόξας. Στη μνήμη αυτού, του άγνωστου ήρωα –που είναι άντρας, και γυναίκα, και παιδί- ας στήσουμε το πιο λαμπρό άγαλμα της ευγνωμοσύνης μας.

Η φλόγα της λευτεριάς άσβεστη στο αργοκύλισμα των αιώνων… μέχρι κείνο το πρωταπριλιάτικο πρωινό, που μη έχοντας άλλη διορία, αρνηθήκαμε από το τραπέζι το ψωμί και το παλιό κρασί, σφίξαμε στις χούφτες των χεριών τις θυμωμένες μας κραυγές… ακόμα τούτη την Άνοιξη… Ραγιάδες… τούτο το καλοκαίρι… μέχρι να σηκωθεί η καρδιά της γης κατά τον ήλιο… 


Βάραινε στη καρδιά το παραμύθι… βάραινε στα στήθια η σκλαβιά… Η σκλαβιά να σιγόβραζε αιώνες… η σκλαβιά να υποδαυλίζει την άσβεστη του μεγάλου πόθου για λευτεριά φλόγα, να γίνεται ολοένα και πιο αβάσταχτη…
Τότε κινήσαμε να ανταμώσουμε το αίμα σας. Το αίμα σας που δεν ξεράθηκε σε μια μπουνιά γαλάζιο ουρανό, με έναν ήλιο από φωτιά, με ένα ηφαίστειο να αχνίζει στ’ ανοιχτό στέρνο. Τότε πήραμε τον δρόμο σας. Τον πανάρχαιο εκείνον δρόμο που περπάτησαν οι πρόγονοί μας πάππου προς πάππο... 

Τότε πήραμε τα βουνά βλογώντας με μπόμπες τον Απρίλη, πήραμε τα βουνά κραυγάζοντας την Άνοιξη της γης που ξέκοψε μοναδική μέσα από τους αιώνες της σιωπής… ακρίτες φρουροί, αιώνιοι εραστές της λευτεριάς… ανδροκαλέσαμε τον θάνατο και πάλι στα μαρμαρένια αλώνια του μύθου και της ιστορίας…

Και είπαμε, τούτη η Άνοιξη δεν είναι για ζωή, τούτη η Άνοιξη δεν είναι για τ’ αλέτρι και τον έρωτα... κι’ είπαμε τούτη η Άνοιξη, μυρίζει ΛΕΥΤΕΡΙΑ… 

Β. Γεωργαλλάς, 1/4/2013