Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΛΩΝΑ – Η ΓΕΡΙΚΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΛΩΝΑ – Η ΓΕΡΙΚΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Μια γέρικη αμυγδαλιά να παλεύει να κρατηθεί στη γη όπως οι λιγοστοί κάτοικοι της Άλωνας, να κρατιέται ζωντανή με το φως του πατέρα ήλιου και την αγάπη για ζωή. Με τρόπο μοναδικό να δοξολογεί με την σπάνια ομορφιά της τον έρωτα, την αγάπη και την ευωδιά της φύσης. Μια γέρικη αμυγδαλιά σε απέλπιδα πάλη για επιβίωση στις καταστραμμένες από ξερολιθιά δόμες της Άλωνας.

«Μην περπατάς τόσο γρήγορα. Η ζωή είναι μικρή. Η μουσική δεν κρατάει για πάντα». Την ακούω να μου σιγοψιθυρίζει. «Η σιωπή είναι η πιο μεγάλη αλήθεια της ζωής. Καλύτερα να μη βιαστείς να την φτάσεις»…



Εδώ στην ερημιά ψάχνω να βρω την ψυχή μου. Το φως και το σκοτάδι να σμίγουν με σπάνια ευαισθησία και αγωνία, την νοσταλγία και την  πίκρα, αλλά και με αισιοδοξία τη πορεία αναζήτησης του Ανθρώπου. Θυμούμαι τα παιδικά μου χρόνια. Τότε που η δική μου γη μοσχομύριζε από αλμύρα και τον τίμιο του πατέρα ιδρώτα. Δεν είχαμε ξερολιθιά αλλά αμμουδιά, φως πολύ φως, άπλετο  γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας. Τόποι παλιοί που αγάπησα…

«Δεν παραιτούμαι», μου μουρμουρίζει με πείσμα. «Τα πιο όμορφα πράγματα είναι μοναχικά, είναι δραματικά, είναι στερημένα. Εδώ στη ξερολιθιά  εγώ με πείσμα θα συνεχίσω να σκαρώνω ποιήματα». Νοσταλγικά πισωκοιτάζει. Τα στοιχεία που συνθέτουν αυτό το τοπίο, μυριάδες ατελεύτητοι συνδυασμοί. Το φως του ήλιου, του μεγάλου αρχιτέκτονα της ζωής να σμιλεύει βράχους, η απλότητα δεν μεταφράζεται! Οι μαύροι σκληροί βράχοι κόντρα στον άνεμο, αδιαπραγμάτευτος συμβολισμός και προσήλωση στις πρωτόγονες αξίες. Οι άνθρωποι από τη γέννησή τους ως τα γεράματα, ελπίζουν ότι κάπου, κάποτε, με κάποιον τρόπο, τα όνειρά τους θα εκπληρωθούν. Αυτή η ελπίδα, τα απλά και άδολα όνειρα, αυτά που δεν ζητούν να εκπληρωθούν, αυτά που επιτρέπονται…

«Ας μην καταδικάσουμε τους ονειροπόλους, περαστικέ μου φίλε», συνεχίζει διαβάζοντας με απόλυτη μαεστρία και σοφία τις σκέψεις μου, «αλλά ας σμίξουμε μαζί τους. Όσοι δεκτικοί, όσοι επαναστάτες και ανυπόταχτοι εδώ ελάτε. Προσωπικά, διαθέτω μια πλουσιότατη συλλογή ονείρων. Όνειρα παιδικά, εφηβικά, νεανικά, ώριμα. Τα έχω προσεκτικά τοποθετημένα στις ρίζες μου στις σχισμάδες των βράχων, σε απόλυτη χρονολογική σειρά, σε αντιστοιχία με τους μήνες, τα χρόνια τις δεκαετίες. Κάθομαι και τα καμαρώνω, τα ξεσκονίζω, τα αναπλάθω. Τις νύχτες που λυσσομανάει ο άνεμος, που βρέχει ασταμάτητα, τα όνειρα, είναι μια ακριβή παρέα, ένα ταξίδι αέναο μέσα στο χρόνο, μια συνεχής επιστροφή στην πρώτη νεότητα, μια γεύση από γλυκό του κουταλιού μιας αγαπημένης γιαγιάς, μια γεύση από μέλι και κανέλα»!  

 

Σε ευχαριστώ γέρικη αμυγδαλιά που μου θύμισες την ομορφιά της ζωής, που γίνεσαι η έμπνευση των αναζητήσεών μου, που με παρωθείς να δω τη ζωή με αισιοδοξία. Στις απόκρημνες σχισμάδες της μαυρολιθιάς προβάλεις πανέμορφη και αυθάδικη, σέρνοντας μαζί σου αιώνες  και περιφρονώντας το κρύο των καιρών. Έτσι όπως σμίγει το φως με την απεραντοσύνη του σύμπαντος και ο βράχος με τον ουράνιο περίβλημα της γης να γίνεσαι σπονδοφόρος ελπίδας φέροντας, με την ομορφιά και την μυρωδιά σου, το αισιόδοξο μήνυμα της αναζήτησης της ψυχής μας, της παιδικής μας αθωότητας, της πίστης στα υψηλά ιδανικά, τη μέθη του έρωτα, ένα ευχαριστώ στον ήρωα, που πάτησε τα άγια χώματά σου, μια γλυκιά ανάμνηση σε μια γιαγιά, που μας έμαθε την αλήθεια νανουρίζοντάς μας με παραμύθια. Για όλα όσα αξίζει να αγωνιζόμαστε, πορεία προς το φως μέσα από το φως της αγάπης μας, πορεία προς την αιώνια αλήθεια… 

Βασίλης Γιωργαλλάς

13/3/2024

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Της γης οι εσταυρωμένοι…

Αντ’ ευχών… (Λίγο μακροσκελές κείμενο… αλλά νομίζω αξίζει…)

«Το δρομολόγιο που μου άλλαξε τη ζωή»

Η εξομολόγηση ενός ταξιτζή για ένα απρόσμενο επιβάτη:

Ένα βράδυ συνέβη κάτι καταπληκτικό. Κάτι που θα το θυμάμαι για πάντα. Κάποιος ζήτησε ταξί από μια ήσυχη περιοχή της πόλης. Πήγα στο σημείο και είδα ότι αυτός που ζήτησε ταξί, έμενε σε ένα μικρό αλλά πολύ όμορφο σπίτι.


Όση ώρα περίμενα απ’ έξω να ανοίξει η πόρτα, σκεφτόμουν ότι ο πελάτης θα ήταν κάποιος μεθυσμένος που ήθελε να γυρίσει σπίτι του. Κάποια που τσακώθηκε με τον εραστή της ή κάποιος που εργάζεται πρωινή βάρδια σε κάποιο εργοστάσιο στο βιομηχανικό τμήμα της πόλης. Περιπτώσεις δηλαδή που συναντούσα πολύ συχνά.

Γύρισα και κοίταξα ξανά προς το σπίτι. Το κτίριο ήταν σκοτεινό, εκτός από ένα μοναδικό φως σε ένα παράθυρο στο ισόγειο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι περισσότεροι ταξιτζήδες θα κόρναραν μια, δυο φορές. Στη συνέχεια, αν εξακολουθούσε να μην εμφανίζεται κανείς, θα έφευγαν για να παραλάβουν τον επόμενο πελάτη.

Η αλήθεια είναι ότι είχα μπει σε πειρασμό να φύγω. Το είχα κάνει και σε άλλες περιπτώσεις αλλά αυτή τη φορά κάτι με σταματούσε. Κάτι που δεν μπορούσα να εξηγήσω.

Βγήκα από το αυτοκίνητο, περπάτησα μέχρι την πόρτα και χτύπησα το κουδούνι. «Μισό λεπτό», μου απάντησε μια εύθραυστη, αδύναμη φωνή από το εσωτερικό. Έμοιαζε σαν τη φωνή μιας πολύ ηλικιωμένης γυναίκας”.

Στεκόμουν έξω από την πόρτα και μπορούσα να ακούσω κάτι βαρύ να σέρνεται στο πάτωμα. Μετά από μια μακρά παύση, η πόρτα τελικά άνοιξε.

Μια κοντή, αδύνατη ηλικιωμένη γυναίκα στάθηκε μπροστά μου. Με την πρώτη ματιά έμοιαζε ότι ήταν από 85 μέχρι 90 χρονών. Ίσως και λίγο παραπάνω.

Φορούσε ένα φόρεμα με λουλούδια και ένα καπέλο με ένα βέλο καρφωμένο πάνω του. Ήταν το είδος των ρούχων που σήμερα μπορεί κάποιος να δει μόνο στις ασπρόμαυρες ταινίες του 30 και του 40. Δίπλα της υπήρχε ακουμπισμένη στο πάτωμα μια μικρή νάιλον βαλίτσα.

Φαινόταν λυπημένη αλλά ήρεμη. Έριξα μια διακριτική ματιά από την πόρτα στο εσωτερικό του σπιτιού. Όλα τα έπιπλα ήταν καλυμμένα με χαρτιά από εφημερίδες και ύφασμα. Έμοιαζε ακατοίκητο, σαν να μην έμενε ποτέ κανείς σε αυτό.

Δεν υπήρχαν ρολόγια στους τοίχους, δεν υπήρχαν διακοσμητικά, χαλιά, τίποτα.

«Μπορείτε να μεταφέρετε την βαλίτσα μου έως το αυτοκίνητο σας παρακαλώ; Θα ήθελα για μερικές στιγμές να μείνω μόνη. Στη συνέχεια, αν θέλετε, ελάτε να με βοηθήσετε να περπατήσω μέχρι το αυτοκίνητο. Δεν νιώθω πολύ δυνατή» την άκουσα να μου λέει ευγενικά.

Πήρα την βαλίτσα, την τοποθέτησα στο πορτ μπαγκάζ και στη συνέχεια επέστρεψα για να την βοηθήσω. Κράτησε το χέρι μου, και περπατήσαμε αργά μέχρι την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου.

Συνέχεια με ευχαριστούσε. «Δεν είναι τίποτα» της έλεγα. «Απλώς προσπαθώ να συμπεριφέρομαι στους επιβάτες μου με τον τρόπο που θα συμπεριφερόμουν και στη μητέρα μου».

Όταν μετά από μερικά λεπτά φτάσαμε στο αυτοκίνητο, μου έδωσε μια διεύθυνση και στη συνέχεια με ρώτησε: «Θα μπορούσαμε να περάσουμε μέσα από το κέντρο της πόλης;»

«Μα δεν είναι ο πιο σύντομος δρόμος» της απάντησα.

«Ω, δεν πειράζει» μου είπε. «Δεν βιάζομαι. Ούτως ή άλλως πηγαίνω στο γηροκομείο".

Σήκωσα το βλέμμα και την κοίταξα από τον καθρέπτη. Τα μάτια της άστραφταν. Έμοιαζε ότι ήταν έτοιμη να κλάψει.

«Δεν έχω οικογένεια» συνέχισε. «Ο γιατρός μου είπε να πάω εκεί. Λέει ότι δεν έχω πολύ καιρό ακόμη για να ζήσω».

Ξεκίνησα το αυτοκίνητο και έκλεισα τον μετρητή. «Από ποια διαδρομή θα θέλατε να πάμε;» την ρώτησα.

Για τις επόμενες δύο ώρες μου έλεγε και εγώ οδηγούσα μέσα στην πόλη.

Μου έδειξε το ξενοδοχείο όπου κάποτε εργαζόταν στη ρεσεψιόν. Μου έδειξε τη γειτονιά και το σπίτι που ζούσαν μαζί με τον σύζυγό της όταν παντρευτήκαν.

Μου ζήτησε να την πάω σε μια αποθήκη επίπλων που κάποτε ήταν αίθουσα χορού. Εκεί όταν ήταν παιδί έμαθε να χορεύει μαζί με τις αδελφές της.

Σταματήσαμε και σε ένα κτίριο χωρίς όμως να πει τίποτα γι’ αυτό. Απλά κοίταζε επίμονα έξω στο σκοτάδι με θλιμμένο βλέμμα.

Όταν είδε τις πρώτες ακτίνες του ήλιου να ξεπροβάλλουν από την ανατολή μου είπε «Κουράστηκα. Ας πάμε στο γηροκομείο τώρα.».

Προχωρήσαμε μέχρι την διεύθυνση που μου είχε δώσει χωρίς κανείς από τους δυο μας να βρει το κουράγιο να σπάσει τη σιωπή.

Ήταν ένα χαμηλό κτίριο, σαν ένα μικρό αναρρωτήριο. Ήταν απλό και μάλλον καταθλιπτικό. Δύο νοσηλευτές βγήκαν από την είσοδο και χωρίς να με περιμένουν. Άνοιξαν την πόρτα της και την βοήθησαν να βγει και να καθίσει σε ένα αναπηρικό καροτσάκι. Βγήκα έξω, έβγαλα την βαλίτσα της και πλησίασα για να της την αφήσω.

Με κοίταξε και την είδα που άρχισε να ψάχνει για το πορτοφόλι της.

«Τι σας χρωστάω;» με ρώτησε.

«Τίποτα …» της είπα.

«Μα πρέπει να πάρετε κάτι. Πρέπει να ζήσετε και εσείς» μου απάντησε.

«Υπάρχουν και άλλοι επιβάτες» της χαμογέλασα και την είδα να μου ανταποδίδει το χαμόγελο.

Σχεδόν χωρίς σκέψη, έσκυψα και την αγκάλιασα. Την κράτησα για λίγο πάνω μου σφιχτά χωρίς να αρθρώσω λέξη. Άλλωστε δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσα να πω περισσότερο.

Έσφιξα το χέρι της στο δικό μου και περπάτησα κάτω από το αμυδρό φως προς το ταξί μου. Πίσω μου μπορούσα να ακούσω την πόρτα του γηροκομείου που έκλεινε δυνατά. Ήταν ο ήχος του κλεισίματος μιας ζωής.

Ένιωσα ένα κόμπο στο λαιμό μου. Γύρισα το κλειδί, έβαλα μπροστά τη μηχανή και κατευθύνθηκα προς το σπίτι μου. Δεν είχα το κουράγιο να δουλέψω άλλο εκείνο το βράδυ.

Δανεισμένο από

Ευαγγελία Λούτσου, 23/09/2019

 

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020


Φεύγεις με πανσέδες ένα λιόγερμα



Φεύγεις αντίκρυ έτσι απλά
με όλες τις αισθήσεις, με όλα τα δώρα τ’ ουρανού
που υψώνονται απ’ τα έγκατα της γης
Φεύγεις με πανσέδες ένα λιόγερμα
όταν ο ήλιος βυθίζεται στο πέλαγος
όταν οι ορίζοντες υπόσχονται

















Αύριο όταν η θύμηση θα φαντάζει προσευχή
χαρές κρυμμένες πίσω απ’ τον καιρό
αιωνιότητες σαν χρωματιστές κορδέλες
του χθες, του τώρα, του αύριο
Φοβάμαι. Πονώ, σε κάθε ανάβλεμμα
ένα σκουριασμένο παλιομάχαιρο σκαλίζει βαθιά την πληγή
στοχάζομαι όσα πίσω αφήνεις,
στην εξορία του νου
εκεί που με καλούν οι φωνές.
Μερόνυχτα κρατώ τον ύπνο έξω απ’ τα ματόφυλλα
σαν στοιχειωμένα της ερημιάς όνειρα
να ξεπετάγονται μέσα απ’ τις χαραμάδες
θρήνος στην αθέλητη άβυσσο
Να αφουγκράζεται, τον ψίθυρο η καρδιά
σωπαίνοντας κάτω απ’ το βάρος της μοναξιάς
να στενάζει ξάγρυπνη
ανυπότακτος ήχος, ανυπότακτος χτύπος.
Δίπλωσε τα φτερά σου
το φωτοστέφανο άφησε να πέσει καταγής
δεν μπορεί να λησμονήσεις
κράτα τις φτερούγες ανοικτές
στο πέταγμα της θύμησης.


17/03/2020

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

ξεδιπλωμένες μνήμες

Παρουσίαση βιβλίου Τασούλας Μάρκου, "ξεδιπλωμένες μνήμες", Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020


Μια κόλλα λευκή γεννιέται ο άνθρωπος. Λευκό χαρτί και όσο περνάει ο καιρός, πάνω του γράφονται ονόματα και τόποι, γράφονται όνειρα, γεννιόνται ελπίδες...

Περνά ο χρόνος σα διαβατάρικο πουλί, ονόματα και τόποι ξεθωριάζουν. Όχι όλα. Κάποια ονόματα γράφονται στα φύλλα της ψυχής μας με μελάνι ανεξίτηλο. Δεν ξεθωριάζει το μελάνι της ψυχής…
Λένε, ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν πάψουμε να τους θυμόμαστε. Τα όνειρα δεν πεθαίνουν, δεν ξεχνιούνται, τρεμοσβήνουν σαν αγιοκέρι. Η αγάπη δεν παλιώνει, δεν χάνεται δεν θάβεται, δεν μετριάζει. Θεριεύει γιατί όταν αγαπάς αληθινά, δεν αγαπάς δυο μάτια και δυο χέρια, αγαπάς μια ψυχή, αγαπάς στιγμές. Δεν θάβονται τα όνειρα, δεν μετριάζουν τα όνειρα. Θεριεύουν σε πείσμα των θεών που μας κλέβουν την ελπίδα. Θεριεύουν και ανθίζουν σαν την μυγδαλιά σε πείσμα του χειμώνα που μας τυλίγει.

Διάπλατα ανοίξατε τα εσώψυχά σας και γλίστρησε μέσα από τις χαραμάδες το φως της λευτεριάς. Από το σκοτάδι αναδύθηκε το όνειρο της, στη γης που ξέκοψε σκλάβα μέσα από τους αιώνες της σιωπής. Σύρατε πρώτοι το χορό του αγώνα και του έρωτα. Δεν τιθασεύεται ο πόθος για λευτεριά. Μαντατοφόροι, στεντόρεια τραγουδήσατε τον πανάρχαιο παιάνα των Ελλήνων και αξιωθήκατε να λευτερώσετε τη σκλάβα σας πατρίδα.

Μνήμες γραμμένες μέσα μας με μελάνι ανεξίτηλο. Δεν αρκούν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, δεν αρκούν ούτε οι αιώνες να τις ξεθωριάσουν. Πάντα κάτι θα έρχεται και θα τις ξαναζωντανεύει. Ένα τραγούδι, μια μυρωδιά, δυο λέξεις, ένα συναπάντημα. Δεν χάνονται οι άνθρωποι. Δεν σβήνουν έτσι απλά. Όσο η ψυχή μας θυμάται, βαδίζουν δίπλα μας, μάς κρατούν το χέρι, μας συντροφεύουν και ζουν σαν ξεδιπλωμένες μνήμες… στα όνειρά μας.


Εσύ ταξίδεψες όλους τους δρόμους καλή μου δασκάλα… Ανηφόρες, κατηφόρες… στη καταιγίδα και στη γαλήνη… στη τρικυμία και στη νηνεμία. Βράχος που τον χαράζει η θάλασσα και τον χαρακώνει ο αέρας. Πέτρα να σταθούν και να ξαποστάσουν οι άνθρωποι…

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

ΣΚΛΑΒΑ ΓΗ


Χρόνια τώρα σεργιανίζουμε τα χώματα της γης μας ψάχνοντας λημέρια άγνωστων θεών…

Χρόνια τώρα κουβεντιάζουμε, φλυαρούμε σε μια παράξενη γλώσσα…

Που κανείς δεν ακούει, που κανείς δεν καταλαμβαίνει…

Χρόνια τώρα περιμένουμε και ρωτούμε…

Ρωτούμε αν φάνηκαν καθόλου τα πανιά…

Χρόνια τώρα περιμένουμε να φανούν τα ορθόπλωρα των Αχαιών καράβια …

...έστω και με τα μαύρα του Θησαία πανιά…




Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

Πόλη αγαπημένη...

Πάντως, να ξέρετε
Δεν μένουμε έξω από την πόρτα του κόσμου
να ζητιανέψουμε λίγη πατρίδα.
Οι πατησιές της ιστορίας στάζουν αίμα.
Τρεις γενιές τώρα το μαζεύουμε στις χούφτες μας,
Ποτίζουμε ένα όνειρο
όπως ποτίζουμε μια λεμονιά στην πέτρινη αυλή μας.
Κι αν καμιά φορά θα χτυπήσουμε την πόρτα του κόσμου
δεν είναι που κουραστήκαμε,
Είναι που θέλουμε να κολλήσομε πάνω της
τη ματωμένη μας παλάμη,
Έτσι, όπως θα σημαδεύαμε με κόκκινο
την πόρτα ενός προδότη.



Από την ποιητική συλλογή του δασκάλου από το Λαζάτι, Αγίων Σαράντα της Βορείου Ηπείρου Ανδρέα Ζαρμπαλά “101 Ποιήματα για μια χούφτα τόπο, 1970-1991”.
Το ποίημα δεν το έγραψε για την Αμμόχωστο, αλλά για μια άλλη χαμένη Πατρίδα, για να εκφράσει τη δυστυχία και τα “κινήματα της ψυχής”, τα όνειρα, το παράπονο και την αξιοπρέπεια ενός λαού, που ξένοι και δικοί σχεδόν τον είχαν λησμονήσει.

Β. Γιωργαλλάς
14/8/2018

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

Σολωμός Σολωμού.

14 Αυγούστου 1996...





Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη
στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί και γελασμένοι... 


Σε κοίταξε κατάματα ο Σολωμός, Αττίλα...
Με το σέρτικο τσιγάρο στο στόμα...
Κι εσύ τον πυροβόλησες...
Τάχα τον σκότωσες...
Τάχα ξαναπόνεσε ο Ελλήσποντος...
Αυτό το τσιγάρο... αυτό το τσιγάρο Αττίλα...

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

Στον δάσκαλο Άντρο Ιωάννου

Στον δάσκαλο Άντρο Ιωάννου


Ήρθες στη ζωή μας στην τελευταία τάξη του Δημοτικού. Πρώτη φορά στο σχολείο μας, διευθυντής και δάσκαλος στη τάξη μας. Αμέσως ξεχώρισες για την σοβαρή και αξιοπρεπή σου παρουσία, με το ήθος και την καλοσύνη σου μπήκες στη καρδιά, στη ψυχή και στο πνεύμα μας. Φώλιασες μέχρι την εσχατιά της ύπαρξής μας και δεν θα φύγεις ποτέ. Ήρθες ο κύριος Άντρος και θα μείνεις για πάντα ο κύριος Άντρος.

Μια τάξη 32 μαθητές γύρω από ένα γραμμόφωνο, ένας δίσκος- βινύλιο των 33 στροφών και να ακούμε με ιερή μυσταγωγία… στης Σμύρνης τη καταστροφή, στ’ άδικο και το κρίμα… …άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη… και εγώ να προσπαθώ να κρύψω τα δάκρυα μου…
Πέρασαν τόσα χρόνια και ακόμα δεν είμαι σίγουρος τι ήταν αυτό που ίσως ήταν «ακατάλληλο» για μας, όπως μας είπες, όταν μας έφερες τα «Ματωμένα Χώματα» της Διδώ Σωτηρίου. Οι φωνές της Αϊσέ ή η αγριότητα των ανθρώπων;


Δεν μας έμαθες μόνο γράμματα, αγροτόπαιδα τα περισσότερα από εμάς, μας έμαθες πως ο άνθρωπος είναι ο βασικός αρχιτέκτονας της ζωής του, μας έμαθες να έχουμε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής μας, μας έμαθες να πιστεύουμε, να έχουμε όραμα. Μας έμαθες ότι ο άνθρωπος βγαίνει νικητής όταν δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τις πρόκλησεις της ζωής.

Ήρθες νιόπαντρος. Έστησες το σπιτικό σου στην είσοδο της Αμμοχώστου. Δεν πρόλαβες να το χαρείς… σε διώξανε οι εισβολείς και από τότε έζησες στη προσφυγιά προσμένοντας τη ώρα της επιστροφής… φεύγεις πικραμένος μακριά από την πολυαγαπημένη πόλη…

Έφυγες από τη ζωή, αλλά όχι από τη θύμησή μας… Ήταν ευλογία για μας η παρουσία σου στη ζωή μας… αιώνια θα σε ευγνωμονούμε…

Καλό Ταξίδι αγαπημένε μου δάσκαλε…

Βασίλης Γιωργαλλάς
12 Ιουλίου 2019

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

Παγκόσμια προσκοπική ημέρα σκέψης

Παγκόσμια προσκοπική ημέρα σκέψης


Με την ευκαιρία της προσκοπικής ημέρας σκέψης, το μεταφέρω όπως το δημοσίευσε η Μαρία Ρεζάν σε άρθρο της στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, στις 4/8/1963.



Θα τον πληγώσω εγώ!


Μιλώντας πάντα για το Τζάμπορι και την πλημμυρισμένη από προσκοπικές στολές Αθήνα αυτών των ημερών. Σε κατάστημα πωλήσεων δίσκων της οδού Καραγεώργη της Σερβίας οι πελάτες ήταν προχθές σε μια στιγμή -- τι άλλο -- πρόσκοποι. Και ερχόντουσαν από πολύ μακριά. Από τη Μαγαδασκάρη. Δύο χαριτωμένα παιδιά που με πολλή συστολή ζήτησαν να αγοράσουν δίσκους ελληνικής μουσικής. Η πωλήτρια τους υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τα "Παιδιά του Πειραιά" αλλά οι μικροί δεν δέχθηκαν. "Αυτόν τον ξέρουμε καλά. Τον έχουμε και στην πατρίδα μας", είπαν. Υπερηφάνεια η ελληνίδα πωλήτρια για λογαριασμό της ελληνικής μουσικής. Έκδηλη υπερηφάνεια και σε έναν κύριο, που καθότανε στο βάθος του μαγαζιού αμίλητος παρακολουθώντας ασκαρδαμυκτί όσα λεγόντουσαν. Η συζήτηση συνεχίζεται. Και η διαλογή των δίσκων. Τέλος οι μικροί από τη Μαγαδασκάρη βρήκαν αυτό που ήθελαν. Ένα μεγάλο δίσκο με πολλά τραγούδια του Χατζιδάκι. -Πόσο κάνει; -200 δραχμές. -Δεν έχουμε τόσα λεπτά -- 200 δραχμές. Είναι βλέπετε πολλά λεφτά για ένα προσκοπάκι, είπαν. Μας κάνετε τη χάρη να τον ακούσουμε λίγο τουλάχιστον, προσέθεσαν, ντροπαλά. Πριν η πωλήτρια απαντήσει, βεβαίως καταφατικά, μια φωνή ακούστηκε από το βάθος του μαγαζιού.



 -Δώσε το δίσκο στα παιδιά, Καίτη. Θα τον πληρώσω εγώ. (Είπε μάλιστα θα τον "πληγώσω" εγώ. Γιατί ξέχασα να πω πως ο κύριος δεν έλεγε το ρο και -αν ενδιαφέρει κανέναν- ήταν αρκετά ευτραφής και φορούσε ένα ριχτό πουκάμισο. Η προσφορά μεταφράστηκε στους δύο νέους. -Γιατί να μας τον χαρίσει ο κύριος; Όχι δεν θέλουμε. Είναι τόσο πλούσιος; Μήπως είναι ο Ωνάσης ρώτησαν με παιδική αφέλεια. -Ο Ωνάσης όχι. Αλλά ο Μάνος Χατζιδάκις. Που αναγκάσθηκε ο δυστυχής, αφού έγινε η γνωριμία, να κάτσει δυο ολόκληρες ώρες μέσα στο μαγαζί, υπογράφοντας αυτόγραφα για τους δύο προσκόπους της Μαγαδασκάρης, τους συγγενείς τους, τους φίλους τους... και τα 25.000 μέλη της προσκοπικής αδελφότητος της μακρινής νήσου. "Αυτό το αυτόγραφο", είπαν τα παιδιά, είναι το ωραιότερο δώρο που μπορούμε να φέρουμε στους δικούς μας επιστρέφοντας στη Μαγαδασκάρη".

Μπράβο Μάνο!...

ΜΑΡΙΑ ΡΕΖΑΝ από άρθρο της στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 4/8/1963



Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019

Ενωτικού δημοψηφίσματος επέτειος


Ενωτικού δημοψηφίσματος επέτειος



«Τζιαί αν η Ένωση γενεί αυτό πρέπει να πράξουν
να' ρτουσιν πα' στο μνήμα μου να το βροντοφωνάξουν,
φαίνεσται μου' ν ν'αναστηθώ,
που μές στον Άδην να βρέθω σ' ένα λεπτόν που πάνω,
να πω “Ζήτω η Ένωση” τζιαί πάλιν ας πεθάνω»
Η θύμηση των στίχων του μακαριστού Ξενή Πάτσαλου έρχονται στη μνήμη μου διαβάζοντας μια συνέντευξη του πρώην Πρόεδρου της Ελλάδος Μιχαήλ Στασινόπουλος για την εμπειρία του από την τελετή ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου στις 7 του Μάρτη του 1948.

Συγκινημένος περιέγραφε την τελετή στη Ρόδο:

«Κατέβηκε πρώτα η εγγλέζικη σημαία με τον ύμνο τους και κατόπιν σιγά-σιγά ανέβηκε η ελληνική σημαία εις το μεγάλο εκείνο κοντάρι, το τεράστιο εκείνο κοντάρι που η βάση του λέει στα λατινικά “βωμός της πατρίδος”.




Λοιπόν, τι συνέβη εκείνη τη στιγμή;
Όταν άρχισε ν’ ανεβαίνει η ελληνική σημαία στο κοντάρι, διά μιας όλοι οι παρευρισκόμενοι Δωδεκανήσιοι γονάτισαν στο χώμα. Γονάτισαν να χαιρετίσουν τη σημαία. Άλλο να το λέω κι άλλο να το βλέπει κανείς αυτό το θέαμα. Κι εμείς σαν ένας άνθρωπος γονατίσαμε, χωρίς να έχουμε προειδοποιηθεί από κανέναν […]



Όταν τελείωσε η τελετή και διαλυθήκαμε, ξαφνικά αντελήφθην ότι ο κόσμος που παρευρίσκετο εκεί δεν διελύετο να πάει στις δουλειές του. Αλλά, συσσωματωμένος ως ένας άνθρωπος, ως μια μάζα, εβάδιζε προς μία ορισμένη κατεύθυνση.
Λέω «πού πάνε αυτοί;». Όλος αυτός ο κόσμος, πλήθος, πήγαινε γραμμή σε μία κατεύθυνση.

“Αυτοί – λέει – πάνε στο νεκροταφείο. Πάνε να πούνε στους νεκρούς ότι ελευθερώθηκε η Δωδεκάνησος”…»

(Από το βιβλίο του Ελ. Ι. Διακογιάννης: «Οι ανυπότακτοι της Σύμης»).

Κάτι παρόμοιο έγινε και στη Κάλυμνο. Μετά την υποστολή της αγγλικής σημαίας και την ανύψωση της ελληνικής, οι Καλύμνιοι αποχώρησαν σκυφτοί και η πλατεία του νησιού άδειασε. Πήγαν όλοι στο νεκροταφείο να αναγγείλουν στους προγόνους τους ότι η Κάλυμνος ξαναγινόταν ελληνική. Γιατί είχε γίνει έθιμο, όσοι πέθαιναν να αφήνουν ευχή και κατάρα να τους το πουν μόλις η Κάλυμνος ξαναγινόταν ελληνική.

Αφιερωμένο στους προγόνους που δρασκέλισαν τον κόσμο με το ίδιο όνειρο…

Βασίλης Γιωργαλλάς
7/3/2017

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018


O Ορέστης του Ευριπίδη


Η τραγωδία Ορέστης του Ευριπίδη από το κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδας στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος.


Ο Ορέστης, η Ηλέκτρα και ο Πυλάδης να κολυμπούν μέσα στη δίνη του αίματος που τους παρασέρνει. Θεοί και άνθρωποι έχουν στήσει μια πλεκτάνη μίσους κι εκδίκησης, όπου η αδελφική αγάπη γίνεται συνενοχή, η φιλική σχέση συναυτουργία. Νέα παιδιά και θέλουν να ζήσουν! Η λαϊκή ετυμηγορία σε μια πολιτεία που κλυδωνίζεται και που αυτοτιμωρείται τιμωρώντας: η θανατική ποινή. Ο δήθεν ηρωισμός τους κομματιάζεται. Γίνονται όσο ελεεινοί γινόμαστε όλοι όταν κινδυνεύουν τα κεκτημένα μας. 

Η αντιηρωική - διεφθαρμένη - εποχή που ο Ευριπίδης γράφει τον «Ορέστη» (408 πΧ) είναι αντίστοιχη με τη σημερινή περίοδο, με ένα κόσμο όπου οι αξίες κλονίζονται και η ανάγκη για επιβίωση βγάζει στο φως τη θνητή μας φύση. Τα πρόσωπα αγριεύουν, οι ψυχές ταράζονται, οι σκέψεις μας θολώνουν. Πώς να είναι ο σημερινός άνθρωπος ψύχραιμος και από πού να κρατηθεί όταν το αίμα βράζει μέσα μας και γύρω μας, όταν το Τέλος πλησιάζει καλπάζοντας;


Στο τέλος εμφανίζεται ο «από μηχανής θεός», ο Ερμής, δίνοντας ένα ευτυχισμένο τέλος (όπως τις παλιές Ελληνικές ταινίες) και εγώ να δυσκολεύομαι να δώσω απαντήσεις κοιτάζοντας τα δύσπιστα μάτια των σημερινών ανθρώπων. Ελπίδα ή απογοήτευση ο «από μηχανής θεός»; Ελπίδα στο ότι θα βρεθούν λύσεις στα σημερινά αδιέξοδα ή απογοήτευση για όλους, ανθρώπους και εξουσία, αφού όπως μας λέει ο σκηνοθέτης του έργου, «αν κάτι μας διαφοροποιεί από το Μύθο του Ορέστη είναι πως όλοι μας ξέρουμε ότι «από μηχανής θεοί» δεν υπάρχουν πια.

Β. Γιωργαλλάς

23/7/2018


Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

«Οι Πέρσαι» του Αισχύλου

Στη Σούσα, η υπεροψία ότι «ο στρατός της Περσίας είναι ανίκητος κι η καρδία του λαού της ατσάλι» έχει  κλονιστεί. Η αυτοκρατορία της μοναξιάς έχει ηττηθεί στην «αιώνια γη» από ανθρώπους,  που κατά τον Αισχύλο, «δεν είναι δούλοι και υπήκοοι κανενός» και έχοντας πάντα κατά τον μεγάλο τραγικό, «μόνο μια φλέβα ασήμι, θησαυρό στη γη τους».

Το βασίλειο των υπηκόων κλαίει γι’ αυτούς που έχουν χαθεί συνειδητοποιώντας τον όλεθρο καθώς ο αγγελιαφόρος εξιστορεί τη φοβερή καταστροφή. Ο Πέρσης αγγελιοφόρος, τελειώνει την αναφορά του με τον υπέροχο πολεμικό παιάνα των Έλληνων:

«Ω, παιδιά της Ελλάδας, εμπρός για να ελευθερώσετε την πατρίδα, τα παιδιά, τις γυναίκες, τους βωμούς των πατρώων θεών και τους τάφους των προγόνων σας. Νυν υπέρ πάντων αγών».
(Ω παίδες Ελλήνων ίτε,  Ελευθερούτε Πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας,  Γυναίκας, Θεών τε Πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων. Νυν υπέρ πάντων αγών).

Ποιο υπέροχος ύμνος προς την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ δεν έχει ακουστεί διά μέσου των αιώνων. Ο Αισχύλος γίνεται κήρυκας Ελευθερίας και υμνητής της Ελληνική φιλοπατρίας και αρετής,  στρεφόμενος κατά της δουλείας.


«Οι Πέρσαι» του Αισχύλου, από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου στο αμφιθέατρο της Δερύνειας, 26/7/2017.

Απέναντι τρεμοσβήνουν τα φώτα της σκλαβωμένης του Ευαγόρα πόλης…

Βασίλης Γιωργαλλάς

27 Ιουλίου 2017

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Πισθάγκωνα δεμένος

Ο πισθάγκωνα δεμένος δεκαενιάχρονος, φτύνοντάς σε κατάμουτρα ποτέ δεν θα πεθάνει… Αττίλα!!!

«Όταν του έτεινα το όπλο με έφτυσε στο πρόσωπο. Τον πυροβόλησα στο μέτωπο».
Αττίλα Ολγκάτς, Τούρκος ηθοποιός, εισβολέας του 1974.

...Ο στρατιώτης της ΕΛΔΥΚ βρέθηκε με δεμένα τα χέρια πισθάγκωνα με το κορδόνι των στρατιωτικών του αρβυλών!

...Σε ομαδικό τάφο βρέθηκαν τα οστά 38 στρατιωτών και αξιωματικών της 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού...  κάποιοι εξ αυτών εκτελέσθηκαν δεμένοι πισθάγκωνα...



Σ’ έφτυσε, λοιπόν, καταπρόσωπο, Αττίλα,
Ο δεκαεννιάχρονος,
Κι εσύ; Εσύ, τι άλλο; Τον πυροβόλησες,
πισθάγκωνα δεμένο.
Τάχα τον σκότωσες.
Τάχα πόνεσε ο Ελλήσποντος, από το μαστίγιο
του Ξέρξη.
Να ήταν, άραγε, ξανά, οι δύο κόσμοι;
Ξανά, το «περισσότερη τιμή τους πρέπει»,
εκείνους τους ελάχιστους «πολλούς»
που κάτι «Μήδους»
που «επιτέλους θα διαβούνε»
ξανά
και ξανά
κατάμουτρα τους φτύνουν;
Θα το νιώσεις άραγε ποτέ, Αττίλα,
θα το ψυχανεμιστείς, ίσως,
πως ο πισθάγκωνα 19 χρονών δεμένος
φτύνοντάς σε κατάμουτρα
ποτέ δεν πεθαίνει;
Ποτέ.
                                             Άντης Ροδίτης


20 Ιουλίου 2017. Στέκομαι πάνω από τους τάφους σας. Δεν μπορώ να δω, δεν μπορώ να διαβάσω. Τα μάτια μου μια θάλασσα οδύνης, βουρκώνουν...  προσπαθώ να συγκρατήσω τους λυγμούς που ανεβαίνουν... καταπίνω τα αναφιλητά μου... Ακούω τις φωνές σας μέσα από τον τάφους… να προσπαθούν να διώξουν την απελπισιά μου, να φωτίσουν ξανά τον δρόμο μου… Η φωνή σας φτάνει από την στερνή πνοή σας στο παγωμένο μάρμαρο, στο τώρα, ευχή και κατάρα μαζί... Αβυσσαλέα η οδύνη της πραγματικότητας…  βρίσκεστε εδώ πιστοί στο κάλεσμα της πατρίδας, γιατί κοιτάξατε κατάματα τον θάνατο… τον φτύσατε τον θάνατο…



Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία


Γύρω μου ακόμη βουίζουν οι μέλισσες… Δέκα χιλιάδες…

Β. Γιωργαλλάς
20/7/2017

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Ήρωα μου(2)…

Σκαλίζατε τα όνειρά σας τις θερινές νύκτες της νιότης σας. Μικρές βαρκούλες να αρμενίζουν στα ακρογιάλια της γης σας. Δυὸ δυνατές φτερούγες που ανοιγοκλείνουν,  όπως φυσάει ο  ανοιξιάτικος αέρας και μέσα στον ήχο του πετάγματος να ακούγονται βαριές οι πατημασιές σας. Με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεστε σε μια αμμουδιά στρωτή, στιλβωμένη από φεγγάρι  κι ένα πανί που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’  την ανάσα σας το λιόγερμα.

Μετά  το σπίτι στοίχειωσε, όλα πάλιωσαν. Καρφιά  να ξεκολλάνε και κάδρα να ρίχνονται στο κενό, οι σουβάδες να πέφτουν αθόρυβα και ένα σακάκι να μένει ξεχασμένο από χρόνια στην κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο. Δάκρια γεμίζουν τα μάτια, όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι τις σιωπής απ’ τα γόνατά της μοναξιάς μας, όπως πέφτει μια λουρίδα από το φεγγάρι στη φωτογραφία σου στο τοίχο.

Χρόνια η μάνα με την μαντήλα να κρύβει το πρόσωπό της... Εσύ να σιγοπερπατάς ξυπόλυτος μες στην άχνα της νύκτας, να μην ακούγεται η πατημασιά έξω στο δρόμο, να μην ακούγονται  τα βήματα, που μάταια καρτερά η δόλια μάνα. Τα βράδια ο ύπνος να έρχεται αργά και βασανιστικά. Ένα τζάμι ή κάποιος καθρέφτης να ραγίζει και όπως κάνει να κοιτάξει σ’ αυτόν, πίσω απ’ την σκόνη και τις ραγισματιές, εφιάλτης στα όνειρα της, να αντικρίζει θαμπό και  τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπό σου που άλλο δε ζήτησε από τη ζωή της παρά να το κρατήσεις καθάριο μέχρι τη στερνή πνοή της.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι, κι’ όσο κι αν διψώ πώς να το φέρω στα χείλη μου;  Πώς να  γευτώ τη δόξα της θυσίας σου και να μην ματώσω ήρωά μου. Πώς να υμνήσω ήρωά μου τη δόξα της θυσίας σου, που στεγνώνει η πένα στο γλυκό βλέμμα της νιότης σου.

Οι ήρωες γεννιούνται άντρες. Το ακούς από το πρώτο τους κλάμα. Το βλέπεις από την πρώτη τους ματιά.  Από τη δίψα τους να θηλάσουν τη ζωή, τη φωτιά, την αλμύρα, να θηλάσουν ολάκερη τη ζωή με μια ρουφηξιά. Το νιώθεις από την αγκαλιά που σου χαρίζουν, από μωρά νιώθεις την αντάρα τους που μέσα τους βράζει. Λαχταρούν τον κόσμο όλο μέσα στις μικρές τους παλάμες να χωρέσουν, σπαρταρά η πέτρα στα χέρια τους αναζητώντας απαντήσεις σε όλα τα ανεξήγητα "γιατί". Το ξέρουν πώς καθένας μονάχος πορεύεται στον ερώτα, μονάχος  στη δόξα, μονάχος και στο θάνατο. Κοιτώντας τα αστέρια τη νύχτα, προσκυνούν τον Θεό, εύχονται να αξιωθούν να Τον αγγίξουν, να τιθασέψουν τον άνεμο, το αδύνατο δυνατό να κάνουν. Όχι γι’ αυτούς, όχι για τη δόξα τους, μόνο για τον Άνθρωπο, για τη ζωή.

Τους παρατηρείς όπως τρέχουν λεβέντες, με τους πράσινους μπερέδες τους, πάνω σε κακοτράχαλους βράχους, κοφτερούς κι ας κόβονται, κι ας ματώνουν ποτέ δεν σταματούν, στην κορφή τους φτάνουν.  Ρίχνονται οικειοθελώς μες στη φωτιά κι ας ξέρουν ότι θα χαθούν. Οι μεγαλύτερες νίκες τους οι ήττες τους, αρκεί που κόντρα στον άνεμο πήγαν. Κι όταν ο θάνατος τους βρίσκει αποκαμωμένους και προδομένους, δεν θρηνούν ούτε δακρύζουν, μόνο η θλίψη τους σκεπάζει τα μάτια. Το άλλοτε γαλάζιο γίνεται μαύρο και δεν ξέρεις τι να αγαπήσεις περισσότερο, τη δύναμή τους ή τη σιωπή τους. Κι εκεί που νομίζεις ότι τα πάντα χάθηκαν, ότι έσβησε η φλόγα, σπάνε τα φτερά τους, σαν γέρικοι αετοί και ξανασχίζουν τον άνεμο πιο νέοι, πιο ρωμαλέοι, πιο ανδρειωμένοι από ποτέ.

Αν κάποτε μπορέσεις να τους ανταμώσεις, μην τους φοβηθείς  κι ας μπορεί να σε σημαδέψουν για πάντα. Αν κάποτε τους ανταμώσεις, μην τους φοβηθείς, με τέτοιους Ήρωες αξίζει να σφραγίσεις τις μνήμες σου για πάντα…


Βασίλης Γιωργαλλάς 07/02/2017

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ


Από το γραφείο μου στον τρίτο όροφο… 
Πέμπτη 8/12/2016, ώρα 12.00, μεσημέρι...



Απέναντι ο Πενταδάκτυλος… Ο αέρας σήμερα φυσούσε από τον βοριά… Δεν μου έφερνε τις μυρωδιές της γης μας… μόνο την φωνή του Ιμάμη από το απέναντι τζαμί… Η σημαία στην πλαγιά… η φωνή του Ιμάμη… δεν είμαι σίγουρος αν ήταν για τους ανθρώπους απέναντι ή για να ακούω και να βλέπω εγώ…

Μάζεψα τα απομεινάρια μου και άρχισα να ξεσκονίζω τα συρτάρια της ψυχής μου… ξεφύλλισα τις δικές μου, απόλυτα προσωπικές, χειρόγραφες σημειώσεις… Συναρμολόγησα ξανά το σπασμένο μωσαϊκό της μνήμης… μάταια προσπάθησα να ξαναδώσω φτερά στα όνειρά μου…

Β. Γιωργαλλάς
8/12/2016

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Ηρωα μου...

Ηρωα μου...

Πέντε ζευγάρια φθαρμένα από το χρόνο άρβυλα, παντού άτακτα σκορπισμένα κόκκαλα ανακατεμένα με χώμα… Σημάδι ότι τα κορμιά έμειναν άταφα στο έλεος του χρόνου και των αρπακτικών…

Τα σημάδια από σφαίρες παντού, μετά από τόσα χρόνια ακόμα εκεί. Γύρω εκατοντάδες κάλυκες, κάλυκες από όπλα ελληνικά… Σημάδι ότι εδώ έγινε μάχη… Πέντε με πόσους; Δεν έμεινε κανείς να μας το πει… 

Πέντε… θυσία για την Λευτεριά στις προδομένες Κυπριακές Θερμοπύλες, ακολουθώντας τον δρόμο της τιμής και του καθήκοντος… Λεωνίδες μπροστά στις ορδές του Αττίλα… για να δείξουν σε όλους εμάς ότι ο ένδοξος θάνατος προτιμάται από την άδοξη ζωή, μόνο από τους Αρίστους, διότι το δεύτερο θεωρείται φυσικό, ενώ το πρώτο προσωπική επιλογή…

Β. Γιωργαλλάς
17/11/2016

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Το ψευδοκράτος σας η μισή μας πατρίδα...

Το ΨΕΥΔΟΚΡΑΤΟΣ ΣΑΣ Η ΜΙΣΗ ΜΑΣ ΠΑΤΡΙΔΑ...

ΟΧΙ η δική μου η πατρίδα δεν έχει μοιραστεί στα δυό… η μισή μου πατρίδα είναι ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ…
Είναι καιρός να σπάσουμε τα πνευματικά δεσμά που μας καθηλώνουν σε αναχρονιστικές νοοτροπίες. Είναι καιρός να ορθώσουμε το ηθικό ανάστημα ενός λαού υπερήφανου και ελεύθερου, με σύγχρονες αντιλήψεις για πατριωτισμό και υπευθυνότητα.

Χρόνια τώρα αυτός ο τόπος αναζητά ένα ηγέτη που να Ορθωθεί με ηθικό Ανάστημα μπροστά στους Ευρωπαίους ηγέτες, να μιλήσει στα κοινοβούλια των λαών της Ευρώπης, να προτάξει και να πείσει ότι: 

"σε αυτό το νησί ένας υπερήφανος λαός, στην ανατολή του 21ου αιώνα, αγωνίζεται για την ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ του, αγωνίζεται για τα ευρωπαϊκά ιδεώδη. Αγωνίζεται για την Αλήθεια και την Ελευθερία της Ενωμένης Ευρώπης και Όχι για να λύσει τεχνικά προβλήματα Σταθμισμένης ψήφου και αριθμού εποίκων". 

Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι η Τουρκία –ένα μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ– χρησιμοποιεί τη δύναμη των Όπλων για να λύνει διαφορές με τους γείτονές της. Συνεχίζει να καταστρέφει και να λεηλατεί εκκλησίες, μνημεία και αλλάζει τοπωνύμια προσπαθώντας να εξαλείψει κάθε ίχνος της ελληνικής πολιτισμικής και ιστορικής κληρονομίας 3.000 χρόνων.

Μεγάλωσα μέσα στη σκιά της καταστροφής του 74. Μεγάλωσα με ένα σύνθημα στον τοίχο... 


«Τα σύνορα μας δεν είναι εδώ είναι στην Κερύνεια». 
Το ψευδοκράτος σας η μισή μας πατρίδα...


Β. Γιωργαλλάς, 15/11/2012

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ


Η τραγωδία Αντιγόνη του Σοφοκλή στο Αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας από το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου.



Κάθε γωνιά της ύπαρξης μου θέλει να είναι εκεί. Κάθε απόκρυφο μέρος της ψυχής μου λαχταρά να είναι εκεί. Χρόνια τώρα περιμένω… Μερόνυχτα τώρα η πεθυμιά παλεύει με τη μοναξιά της φυγής μου… ουτοπικά αναζητώ στον κόσμο του ονείρου και της επιθυμίας μου να πετάξω πάνω από τις δεσμεύσεις σε μια «άλλη» κοινωνία, χωρίς υποκρισία, φόβο και κοινωνική αδικία… Ξυπνώ και η Σαλαμίνα στο μισοσκόταδο με την Αντιγόνη να ορθώνει το ανάστημα της στα τραγικά λόγια του Σοφοκλή ενάντια στην αδικία… και εγώ να πνίγομαι από την αδικία… να ουρλιάζω στα λόγια της δικής μου τραγωδίας… για τη ταφή των ονείρων μου… για τα σαράντα δυο χρόνια μακριά από την πόλη την τόσο αγαπημένη… «τίποτα δεν είναι πιο πικρό»… μου ψιθυρίζει ο Σεφέρης, «να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου»…


Κι’ όμως φοβάμαι… φοβάμαι, όχι τόσο το δρόμο προς τη Σαλαμίνα. Φοβάμαι την ώρα που θα πρέπει να φύγω… Το δρομολόγιο της φυγής στον ίδιο δρόμο που πήραμε εκείνο τον πικρό Αύγουστο, κυνηγημένοι με τους ήρωες της τραγωδίας να επαληθεύουν μαζί μου την τραγική μας υπόσταση, κρατώντας μέχρι τέλους τη θέση στην οποία μας έφερε η μοίρα. Με φοβίζουν οι Κρέοντες που θα είναι γύρω μου, σωτήρες να λένε «ναι» στην εξουσία και αμετανόητοι να συνεχίζουν να κρατάνε τα ηνία της πολιτείας.  Οι φρουροί γύρω να σηκώνουν απειλητικά τα δόρατα τους και εγώ να φοβάμαι ακόμη πιο πολύ, οι αυλικοί που συνεχίζουν να πίνουν και να ρίχνουν τα ζάρια σε μια κοινωνία που περιμένει να πεθάνει, ένα τραγούδι ύμνος στον ήρωα Ετεοκλή και ένας αέναος ήχος να αντιλαλεί μέσα από την αιωνιότητα τη φωνή της Αντιγόνης, να φωτίζει κάθε φορά τη διαχρονική όψη του τραγικού.


Η μυρωδιά από το πτώμα του Πολυνείκη στη νεκρή πόλη της Αμμοχώστου, να σμίγει με τη μυρωδιά της σκλαβιάς, σε μια πολιτεία-φάντασμα όπου ο θάνατος χρησιμοποιείται ως μέσο σωφρονισμού, όπου νεκροί και ζωντανοί είμαστε όλοι εναλλάξιμοι, που «αλήθεια είναι αυτό που ποτέ δεν μας λένε». Δίπλα στον νεκρό αδελφό η Αντιγόνη, παιδί μιας άρρωστης κοινωνίας οπλισμένη με το ένστικτο της νιότης να αντιστέκεται, να λέει «όχι» στην ανίερη ελπίδα που επικαλείται η εξουσία.

Όχι, δεν θέλω να είμαι ακόμα μια τραγική Αντιγόνη, σε ένα αγώνα απέναντι σε ένα γερασμένο, αυταρχικό κόσμο, σε μια κοινωνία φοβισμένη, βουτηγμένη στον ατομικισμό και τη διαφθορά, μια κοινωνία σε σημείο μηδέν. Όχι δεν θέλω να είμαι μια τραγική Αντιγόνη που στο τέλος ακυρώνοντας όλα τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου να μην ξέρει πια γιατί πεθαίνει...


Η τραγική φωνή του μάντη Τειρεσία να προβλέπει τα δεινά που  δεν θα αργήσουν να φανούν σε μια διεφθαρμένη και παρακμιακή κοινωνία… Και εγώ σχοινοβατώντας ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, στην αξιοπρέπεια και την εξαθλίωση να αναζητώ ένα ταξίδι  στην επιθυμία για ένα κόσμο ελεύθερο, ένα κόσμο δίκαιο, με αίτημα την Ευτυχία. Απατηλή αναζήτηση, φυγή προς τον κόσμο του ονείρου και της επιθυμίας να πετάξω πάνω από τις ατομικές και κοινωνικές δεσμεύσεις σε μια «άλλη» κοινωνία, χωρίς υποκρισία, φόβο και κοινωνική αδικία μέσα από τις Αρχετυπικές αξίες του Δικαίου και της Αξιοκρατίας. Τρομαγμένος από τις κραυγές της Αντιγόνης τρέχω αλαφιασμένος, τρέχω να κρυφτώ στη μικρή μου φωλιά.

"Ελευθερία δεν είναι να πηγαίνω εκεί που με οδηγούν ή μου επιτρέπουν να πηγαίνω… Ελευθερία είναι να πηγαίνω όπου εγώ αγαπώ"

Αφήνω μακριά τις ερινύες και στους κύκλωπες τις πέτρες να κυνηγήσουν τα όνειρά μου, μονάχος μαζεύω τα συντρίμμια των ονείρων μου και αφήνω τα δάκρυα μου να ποτίσουν τα ερείπια της ψυχής μου…

Βασίλης Γιωργαλλάς

22/9/2016