Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Του Μωριά ο Γέρος



Ήτανε, λέει μήνας Ιούνιος, παλιά πολύ παλιά, στα 1822… Ο Δράμαλης με ασκέρι 30000 νοματαίους φτάνει αντουφέκιστος στο Μοριά… Ο Μαυροκορδάτος δίνει δίμηνη άδεια απουσίας στον εαυτό του … Ο Κωλέττης με έγγραφο ονομάζει προδότη τον Κολοκοτρώνη… και οι πολιτικάντηδες μπαίνουν στα καράβια και εγκαταλείπουν το Ναύπλιο αφού πρώτα βγάζουν προκήρυξη καλώντας το λαό … «είτε όλοι να σκοτωθείτε, είτε να λευτερωθούμε». Το Ανάπλι πέφτει από πενήντα καβαλαραίους… Ο Δράμαλης στέλνει μήνυμα στη Μεγάλη Πύλη ότι «έπνιξε το χαΐνη-ζορμπαλίκι» και ο Άγγλος Πρέσβης διαβιβάζει τα συχαρίκια στον Ρεΐζ Εφέντη… όλα δείχνουν να χάνονται…


Όμως, γράφει ο Φωτιάδης…

Είναι κάτι γέρικα πλατάνια, που πάνω τους κύλησαν οι αιώνες με τις αντάρες, τους ανεμοστρόβιλους, τις μπόρες, τα χαλάζια και τ’ αστροπελέκια τους κι αυτά ορθώνονται πάντα περήφανα κι ακατάλυτα. Ε, τέτοιος ήταν κι ο Κολοκοτρώνης. Γι αυτό και ο λαός τον είπε Γέρο του Μοριά. Κυνηγημένος, τότες από τους πολιτικάντηδες και τους κοτζαμπάσηδες μας, ορθώθηκε ατρόμητος αντίκρυ στην καταιγίδα. Όταν κανείς πια δεν κυβέρναγε κι όλα φαίνονταν χαμένα, τρέχει παντού, γκαρδιώνει, φοβερίζει, προστάζει, ενθουσιάζει.


Ο λαός σ’ αυτόν πια ελπίζει κι αυτόν εμπιστεύεται. Απ’ όπου κι αν περνάει τον κοιτάζουν με θαυμασμό και με δάκρυα στα μάτια… Σώσε μας, Γέρο!
Πέρασαν από τότες 191 χρόνια. Τα διαβάζει κανείς αυτά και κλαίγει η καρδιά του, βλέποντας το πώς φέρνονται τα τζάκια κι οι πολιτικάντηδες στους ήρωες που μας λευτέρωσαν… στον απλό λαό που ανέκαθεν θυσιάζει τα παιδιά του στο βωμό της ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ!!!



Β. Γεωργαλλάς 25/3/2013

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Αντίο φίλε...

Στο άκουσμα του χαμού σου γκρεμίζεται ο κόσμος, τα γόνατα λυγίζουν, η ανάσα γίνεται βαριά και τα μάτια βουρκώνουν… Γιατί;  Γιατί οι άνθρωποι να πεθαίνουν νέοι… αναπάντητα γιατί, που με γεμίζουν με αγωνία και Ιερό Δέος… ίσως και τρόμο… κάτι που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να χωρέσει…

Έρχονται στο μυαλό μου οι ίδιες αγωνίες που γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στο Ζορμπά, μετά το χαμό της μαντάμ Ορτάνς…

«Ο Ζορμπάς κοίταξε τ' αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τά 'βλεπε για πρώτη φορά.
-Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα έκαμε; Γιατί τα έκαμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
-Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το εξηγήσω.
-Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν…
Σώπασε λίγο, άξαφνα ξέσπασε:
-Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δεν λένε αυτό τι λένε;
-Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα».

Κάποτε σε ρώτησα πόσο εύκολη ήταν η απόφαση να πάεις στη Τραπεζούντα…
«Βάσε, στην αρχή δύσκολη… και οι δικοί μου ανησυχούσαν… πήγα στον πνευματικό μου, ο οποίος μου είπε: Να πάς, σίγουρα να πας… διότι όπως λέει το Ευαγγέλιο, στα χώματα αυτά όταν θα πάψουν να μιλάνε οι άνθρωποι θα μιλάνε οι πέτρες…»

Προγραμματίζαμε να κάνουμε αυτό το ταξίδι. Εγώ έλεγα μέχρι τη Παναγιά του Σουμελά. Εσύ ήθελες και λίγο πιο πέρα. Στις κατακόμβες της Καππαδοκίας, που μου περίγραφες με τόσο ενθουσιασμό. Τώρα εσύ έφυγες για το ταξίδι στην αιωνιότητα… Καλέ μου φίλε, αν κάποτε με αξιώσει ο Θεός να κάνω αυτό το ταξίδι, είμαι σίγουρος πως θα είσαι μαζί μου…



Μιλάς στα παιδιά του Αθλητικού Ομίλου του Γυμνασίου Ειρήνης και Ελευθερίας… Παραμονή των τριών Ιεραρχών... τους μιλάς με πάθος για τους Άγιους Πατέρες... Τους μιλάς για σένα όταν ήσουν μικρό παιδί… σου άρεσαν τρία πράγματα… το ποδόσφαιρο, τα γράμματα και η εκκλησία… τους λες ότι πρέπει να δουλέψουν σκληρά για να γίνουν καλοί ποδοσφαιριστές,  μα πάνω από όλα είναι πιο σημαντικό να γίνουν καλοί άνθρωποι… τους λες ότι πρέπει να διαβάζουν για να είναι καλοί μαθητές… τους λες ότι δεν πρέπει να ξεχνούν να ευχαριστούν το Θεό, να προσεύχονται και να εκκλησιάζονται συχνά… Και είσαι εκεί μπροστά τους… με μια σπάνια εγκόσμια γαλήνη, όχι μόνο να τους λες αλλά να τους δείχνεις… να γίνουν σαν εσένα… ένα ζωντανό παράδειγμα… καλού αθλητή, καλού μαθητή, καλού Χριστιανού… καλού άνθρωπου…
Θα μας λείψεις καλέ μου φίλε… θα μας λείψει το τεράστιο χαμόγελό σου… θα μας λείψει το πρότυπο ανθρώπου που κουβαλούσες μέσα σου…

«Βάσε, είναι δύσκολο να έχεις δυο πατρίδες…». Προβληματίζεσαι πια πατρίδα να διαλέξεις, δύσκολή επιλογή… και τότε συναντάς την αιώνια πατρίδα, στο συναπάντημα της αιώνιας μοίρας σου… στις ουράνιες πασχαλιές του παραδείσου…

Αναπαύου εν ειρήνη στις γειτονιές των αγγέλων, αγαπημένε φίλε, εύχομαι ο μεγαλοδύναμος να δώσει βάλσαμο παρηγοριάς στην αγαπημένη σου Ιρένα και φώτιση στα αγαπημένα σου αγγελούδια, την Εύα και τον Λάζαρο… σε όλους εμάς που σε γνωρίσαμε να δώσει το κουράγιο να σηκώσουμε το κεφάλι να σε κοιτάξουμε… να δούμε στη μορφή σου το είδωλό μας… να πάρουμε κάτι από την γαλήνια σου μορφή… το Λήθαιο ποτάμι να μην διαβούμε… να σε κρατήσουμε για πάντα στη μνήμη μας…

Αιωνία σου η μνήμη, αγαπημένε φίλε...

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Ευαγόρας Παλληκαρίδης



Ευαγόρας Παλληκαρίδης, 18 χρονών από τη Τσάδα της Πάφου… 13ης του Μάρτη 1957, μεσάνυχτα… στους νεανικούς του ώμους σηκώνει το σταυρό της λευτεριάς βαδίζοντας το στερνό του ταξίδι προς την αγχόνη… στο συναπάντημα της αιώνιας μοίρας του… ατάραχος στο ικρίωμα, κοίταξε κατάματα το θάνατο, κοίταξε κατάματα τον δυνάστη… και αυτός χαμήλωσε το βλέμμα… ο δυνάστης, ο κάθε δυνάστης που στήνει αγχόνες… ν’ αλυσοδέσει τον ήλιο… ο ήλιος, αιώνιος έφηβος φωτίζει με την παλικαριά της Ρωμιοσύνης, γράφει ποιήματα και φωνάζει… δυο μέτρα γης δεν φτάνουνε για τα κορμιά μας, δυο μέτρα γης δεν φτάνουνε για τα’ όνειρο που πρόβαλε κείνη την Άνοιξη μέσα από το βρεγμένο χώμα της καρδιάς μας, δυο μέτρα γης δεν φτάνουνε ούτε για μια πατημασιά του τραγουδιού μας…

Σε λίγο ξημερώνει… και ο ήλιος χαράζει… χαράζει να φωτίσει την Άνοιξη, την Άνοιξη της γης που ξέκοψε μοναδική μέσα από τους αιώνες της σιωπής…

Η μνήμη σου αιώνια, όμορφε Έλληνα… απόψε τα μεσάνυκτα θα’ μαι εκεί μαζί σου…


Β. Γεωργαλλάς, 13/3/2013

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Οι Ανεμώνες του Κάβο Γκρέκο




Οι τελευταίες ανεμώνες στο Κάβο Γκρέκο, γεννημένες με τα χάδια του πατέρα Ήλιου και την τροφή της μάνας γης… περιφρονώντας τον χειμωνιάτικο αγέρα και τη παγωνιά… φεύγουν μαζί με τα κρύα του Φλεβάρη. Αγέρωχα κι’ αυθάδικα αγριολούλουδα, έρχονται και χρωματίζουν το καταπράσινο δάσος του Κάβο Γκρέκο με μωβ, ροζ και λευκές πινελιές!!! Στον άνεμο μόνες τους Φλεβάρη ανεμώνες… κραυγάζουν τις πρώτες της Άνοιξης πινελιές..


Αυθάδικες, πανέμορφες να ορθώνονται αγέρωχα αψηφώντας τον χιονιά… ορθάνοικτες πάντα, να δώσουν χρώμα στον έρωτα και την αγάπη… αφού η ψυχή φροντίζει ότι είναι ανοικτό…



Από τα αστείρευτα δάκρυα της ερωτοχτυπημένης Αφροδίτης, για τον νεκρό αγαπημένο της Άδωνη, ξεφύτρωσαν οι πρώτες ανεμώνες. Από το χυμένο αίμα του σκοτωμένου Άδωνη πρόβαλε για πρώτη φορά η κόκκινη ανεμώνη. Πανέμορφο λουλούδι, που προορίζεται να ζήσει όσο έζησε και ο Άδωνης, πληγωμένος από τον ζηλόφθονο, παρατημένο Άρη μεταμορφωμένο σε άγριο κάπρο. Έτσι η ανεμώνη, αιώνιο σύμβολο της απλότητας θεωρείται και σύμβολο, του εφήμερου, του κάλλους που δεν διαρκεί, του εύθραυστου, της απλότητας, αλλά και της μοναξιάς. («μόνη σαν την ανεμώνη»). 



Ανθίζει μέσα στο καταχείμωνο, όταν τα άλλα αγριολούλουδα βρίσκονται ακόμη σε χειμέρια νάρκη μαζί με τους δυνατούς ανέμους γι αυτό οι Έλληνες την ονόμασαν ανεμώνη. Τα άνθη της, με μια μοναδική ποικιλία χρωμάτων, ξεχωρίζουν για την ομορφιά και το μέγεθος τους ανάμεσα στις πέτρες, με ελάχιστο χώμα, να ορθώνονται αγέρωχα αψηφώντας το χιονιά.


Σ’ αυτή τη γη της ασύγκριτης ομορφιάς… βρήκα το κουράγιο να παραμερίσω όλη τη λησμονιά της ψυχής μου και ν’ ακουμπήσω μια μικρή ανεμώνη… Στα ίδια μονοπάτια που περπάτησε και η Κύπρια θεά, αναζητώντας τον εφήμερο ερωτά της…

Β. Γεωργαλλάς, 2/3/13





Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Μάνα γη και ουρανέ που μας σκεπάζεις…


Ο άνθρωπος άρχοντας της γης, φθαρτός και αμήχανος, μέσα σε μια κτίση γεμάτη θαύματα…
Ο άνθρωπος δυνάμει τέλειος, υπεύθυνος για τον επίγειο παράδεισό του κι άλλο τόσο για την κόλαση…
Ο άνθρωπος παραδομένος παράφορα στην αλήθεια και το ψέμα του… στην αλαζονεία και τη ματαιοδοξία του…

Ποιο ανθρώπινο χέρι νομίζει ότι είναι θεϊκό;


«Τότε είπε και γεννήθηκε η θάλασσα...Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς», μας λέει ο Οδυσσέας Ελύτης. Φαίνεται ότι οι θεοί επέδειξαν, περισσή επιμέλεια και υπομονή όταν φιλοτεχνούσαν αυτόν τον τόπο. Και αναγκάσθηκαν να κάνουν πολλές δοκιμές, κι ας ήταν θεοί, για να συνταιριάξουν τόσο καλά στεριά, βράχους και θάλασσα. Αυτός είναι ο τόπος μας...

Μάνα γη και ουρανέ που μας σκεπάζεις… κάνε κουράγιο και κράτα…

Β. Γιωργαλλάς

6/3/2014





Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Στο Σταυραετό του Μαχαιρά...


Κάποτε σαν σήμερα ένα απλό αγροτόπαιδο της Κύπρου έγραψε ιστορία... τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος... Ήταν 3 Μαρτίου το 1957...

Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς. Όλα τα ανθρώπινα μέτωπα ψηλά. Όλες οι καρδιές μεσίστιες. Στο χωριό Λύση, ανάμεσα Λευκωσία κι Αμμόχωστος, η μάνα του έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτου απ’ το δυνατό σαγόνι της κ’ είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της : ”Είμαι πέρφανη. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου“. Ο πατέρας του πάλι, σαν πήγε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας, αναγνώρισε το καμένο παιδί του απ΄ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του κι από κείνο το χρυσό κωνσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του και στον κόρφο του κόσμου.



...Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,
Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.
Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια -
Μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μας
Μια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μου
μες απ' το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μου
θα παραλάβουν απ' τα χέρια μου φλεγόμενη
τη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ' όλες τις νύχτες των σκλάβων,
φλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.
Μπορώ να επαναλάβω :
" Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου - το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ' το χωριό Λύση,
οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη
Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α "
και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο - μην το ξεχάστε, σύντροφοι -
Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,
γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα
ματωμένα γόνατα της πλάσης.

Γ. Ρίτσος, Αποχαιρετισμός, 1957