Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

ΑΝΤΙ ΕΥΧΩΝ…

Χρονιάρες μέρες και οι άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη ανταλλάζουν δώρα και ευχές. Στην αναζήτηση εικόνας για τη πλαισίωση των δικών μου ευχών βρήκα τη γνωστή βραβευμένη με Βραβείο Πούλιτζερ φωτογραφία του Κέβιν Κάρτερ, από το λιμό του 1994 στο Σουδάν. Η δυσκολία να συνεχίσω τη προσπάθεια ήταν εμφανής. Πόση άραγε ευτυχία μπορεί να υπόσχεται η νέα χρονιά με τόση αδικία να υπάρχει στη πλουτοκρατική μας κοινωνία. Όταν βλέπουμε ανθρώπους και μικρά παιδιά να ζουν μια εξαθλιωμένη ζωή, χωρίς να ξέρουν αν θα βρουν φαγητό την επόμενη μέρα.

Το Μάρτιο του 1993 ο Kevin Carter βρίσκεται στο νότιο Σουδάν για να φωτογραφίσει τις κινήσεις του επαναστατικού κινήματος. Εικόνες φτώχειας και εξαθλίωσης παντού. Ετοίμαζε ένα ρεπορτάζ για τα θύματα της πείνας που καθημερινά έχαναν τη ζωή τους. Όταν… Έξω από ένα βρώμικο δωμάτιο είδα ένα παιδί, ένα κοριτσάκι γυμνό, να κείτεται στο έδαφος”, όπως εξομολογείται ο ίδιος. “Το φωτογράφιζα, όταν ξαφνικά είδα ένα όρνιο να στέκεται πίσω του και να περιμένει το θάνατό του. Σταμάτησα για 20 λεπτά, αλλά το πουλί παρέμενε εκεί. Το καταδίωξα, κάθισα σε ένα δέντρο και άρχισα να κλαίω…”.  


Η φωτογραφία του Κέβιν Κάρτερ παρουσιάζει ένα παιδάκι, θύμα του λιμού, ακολουθούμενο από αρπακτικό πουλί. Το παιδάκι σέρνεται προς το σταθμό βοήθειας, των Ηνωμένων Εθνών, ένα χιλιόμετρο μακριά. Η φωτογραφία προκάλεσε αντιδράσεις, όταν είδε το φως της δημοσιότητας. Γιατί δεν είχε βοηθήσει το κοριτσάκι; Γιατί προτίμησε να περιμένει και να βγάλει τη φωτογραφία; Κανένας δεν γνωρίζει την τύχη του παιδιού, περιλαμβανομένου του φωτογράφου ο οποίος έφυγε μόλις πήρε τη φωτογραφία.
Αργότερα εκμυστηρεύθηκε σε φίλους του ότι μετάνιωσε που δε σήκωσε το παιδί… Που δεν αγνόησε τις γενικές δημοσιογραφικές οδηγίες, να μην αγγίζουν (για το φόβο των επιδημιών) τα θύματα οι δημοσιογράφοι. Πολλοί συνάδελφοι του τον κατηγόρησαν ότι “Κοιτάζοντας απλά το παιδί και φωτογραφίζοντάς το, έγινε και ο ίδιος ένα ακόμη, σύγχρονο, όρνιο

Πνιγμένος από θλίψη και παλεύοντας με τις Ερινύες του, τρεις μήνες αργότερα ο Κέβιν Κάρτερ αυτοκτόνησε αφότου διεγνώσθη με κατάθλιψη. Δίπλα του, με ένα σημείωμα, προσπαθούσε να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν σ’ αυτήν την πράξη. ...

Αγαπητέ Θεέ ... προσεύχομαι να προστατεύεις την ψυχή αυτού του παιδιού... πραγματικά λυπάμαι… ο πόνος της ζωής υπερισχύει της χαράς, σε σημείο που η χαρά δεν υπάρχει…”.

Καθένας και η τύχη του είναι σ’ αυτή τη ζωή. Άλλοι ζουν μέσα στα πλούτη από τη γέννηση τους και κάποιοι άλλοι στερούνται τα πάντα μέχρι το θάνατο τους. Τι άλλο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε σήμερα από το Θεό…

Αγαπητέ Θεέ, δεν θέλω χρήματα ούτε δώρα. Λίγη «ανθρωπιά» θέλω Θεέ μου… αγάπη του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο του. Έχουμε ανάγκη από αξίες για να συνεχίσουμε τον ανηφορικό δρόμο που βαδίζουμε, αξίες για να κρατήσουμε ψηλά την αξία του ανθρώπου.


Ο Gabriel Garcia Marquez  (Εκατό χρόνια μοναξιάς) μας λέει στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του: «Να μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτάζει τον άλλο από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί»…

Β. Γιωργαλλάς
31/12/2014

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Νίκος Μιχαήλ Ψαράς


23 Ιουλίου 1974, ώρα 5.00 το απόγευμα… Η 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού λίγο έξω από το Συγχαρί έρχεται αντιμέτωπη με τους Τούρκους εισβολείς… Η ειμαρμένη έχει προδιαγράψει τη πορεία της. Οι πυροβολητές διεξάγουν ένα άνισο αγώνα για δύο περίπου ώρες, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν τα πυροβόλα τους, πολεμώντας με απαράμιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία, πιστοί στο καθήκον μέχρι της τελευταίας τους πνοής. 



Ανάμεσά τους και εσύ Νίκο Μιχαήλ Ψαρά… Κρατώντας τον όρκο του Έλληνα οπλίτη …«Ου καταισχύνω όπλα τα ιερά»… πρόταξες μαζί με τους πυροβολητές της Μοίρας τα νεανικά στήθη στην μυριαρίθμητον αγέλη των ασεβών… προγράφοντας τη Καβαφική ρήση …«τους πανταχού νικήσαντες μη φοβηθέντες»… βγήκες μπροστά, ήρωά μου, ανδροκάλεσες τον θάνατο… αντιλάλησε το πολυβόλο σου ...αντιλάλησαν και οι αιώνες: «μολών λαβε». 

Έφθασε μέχρι τη μάνα σου ο σάλαγος της μάχης… σταυροκοπήθηκε η κυρά Ελένη, φίλησε το κρυμμένο στο κόρφο φυλακτό και φώναξε στο γιο της… κουράγιο γιέ μου, κουράγιο… Και πήρες κουράγιο, ήρωά μου, πιστός στη πανάρχαια προγονική προσταγή της μάνας, «ή ταν ή επί τας», έμεινες εκεί πάνω στο πυροβόλο σου ακολουθώντας τη προαιώνια πορεία των νέων της φυλής μας.

Το ξημέρωμα της νέας μέρας βρήκε στη δύση τον Ανδρέα τον Φαρφαρά αγκαλιά με το πυροβόλο του, στην ανατολή τον Νεόφυτο τον Γιάλλουρο με τον Τάκη τον Δαμασκηνό, στο Βορρά τον Αντώνη τον Πολυδώρου και τον Μιχάλη Μιχαήλ, πιο πέρα τα αδέλφια τον Σωτήρη και τον Γιώργο Νικολάου και πιο μπροστά εσύ, πιο μπροστά και από το πολυβόλο σου, όταν διάτρητος από βόλια εχθρικά, κλυδωνιζόμενος πρόλαβες, ήρωά μου, να δώσεις ύφος ηρωικό στον ύστατο χαιρετισμό στη Ρωμηοσύνη…

Βασίλης Γιωργαλλάς
13/12/2014

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Πωλείται ή ενοικιάζεται, 100.000 λίρες, Τούρκικες…


Επιστροφή στη γενέθλια στέγη, μετά από σαράντα χρόνια. Πωλείται ή ενοικιάζεται… Ο Τούρκος έποικος το πουλά… 100.000 λίρες, Τούρκικες…


Με τη νοσταλγία για το σπίτι που γεννήθηκες και την επιθυμία επιστροφής σε μνήμες μακρινές, ιχνηλατώντας  τα χρόνια τα παιδικά, τα βήματά σου σε φτάνουν στο κατώφλι του πατρικού σπιτιού. Θολό βλέμμα, βαρεμένη η ψυχή  αιχμαλωτίζεται από σκιές που σ’ ακολουθούν από μακριά, σκιές από το παρελθόν που θα σ’ ακολουθούν για πάντα…

Πωλείται ή ενοικιάζεται, 100.000 λίρες, Τούρκικες…

Στη πρώτη στροφή έρχεται η πρώτη φωτεινή αχτίδα, η λαχτάρα να βρεθείς σε χώρους που αγάπησες από παιδί. Η είσοδος σε πείσμα των φυσικών νόμων, εξακολουθεί να στέκεται όρθια, με σκάλες να οδηγούν στο πουθενά. Στο μυαλό η προέκταση των παιδικών εικόνων να κάνουν το ταπεινό οικογενειακό σπιτάκι το  ομορφότερο θέατρο του κόσμου. Η επαφή με το σπίτι των παιδικών χρόνων, ποτέ δεν αποκόπηκε, εδώ ζωντανεύουν  άνθρωποι και γεγονότα βαθιά ριζωμένα στη μνήμη.



Το σπίτι τσιμέντο και τούβλα, άδειο από έπιπλα βουβό και παγωμένο, άδειο από εικόνες φαντάζει πολύ μικρό από ότι είναι αποτυπωμένο στις παιδικές σου αναμνήσεις. Η αγάπη και η πεθυμιά το ήθελαν τεράστιο όσο και ο πόθος για επιστροφή.

Πωλείται ή ενοικιάζεται, 100.000 λίρες, Τούρκικες… Μαζί και οι αναμνήσεις οι παιδικές, μαζί και τα όνειρά  σου…



Κάθε φορά αρχίζουμε ένα μικρό κύκλο ζωής. Από τη γέννηση μας  μέχρι το θάνατό, που σηματοδοτείται με την τελευταία παράσταση. Και αυτοί οι μικροί κύκλοι ζωής συνιστούν ολόκληρη τη ζωή μας. Σ’ αυτή εδώ τη γειτονιά  θα περνούσαμε ανέμελα τα παιδικά χρόνια μας. Σ’ αυτή εδώ τη γειτονιά  θα περνούσαμε τη νιότη μας. Η ψυχή  παλεύει με τη σκέψη, τη σκέψη που τρέχει στα δρομάκια τα παλιά εκεί που τα αγόρια ερωτοτροπούν με τα νεραντζοκόριτσια μέσα από μια πόλη ντυμένη στους λεμονανθούς και την αλμύρα της θάλασσας, την θάλασσά μας… την παντοτινά δική μας… Κι’ όμως μεγαλώσαμε βλέποντάς την από μακριά 40 ολόκληρα χρόνια… Βουβή προσευχή το καμπαναριό και η Χρυσοσπηλιώτισσα τζαμί…



Σαράντα χρόνια μετά επιστρέφεις… επιστρέφεις να διεκδικήσεις τα όνειρά σου… Τα όνειρά σου που γίνονται συντρίμμια όπως και η ψυχή σου μέσα σε τρεις λέξεις… SANTILIK VEYA KIRALIK 
Πωλείται ή ενοικιάζεται, 100.000 λίρες, Τούρκικες…

Βασίλης Γιωργαλλάς
25/11/2014

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Επέσατε θύματα, αδέρφια, εσείς




Το βράδυ ήρθαν αναπάντεχα στα όνειρά μου η γιαγιά η Κατερίνα και ο γέρο Λούκας… Ξαφνιάστηκα όταν άκουσα τις πρόκες των παπουτσιών τους να κτυπούν στο πλακόστρωτο της αυλής καθώς έσερναν τα κουρασμένα βήματά τους. Δεν ήταν μόνοι. Είχαν μαζί τους τον ένα από τους γιούς τους, που περπατούσε κρατώντας σφικτά από το χέρι την γιαγιά την Κατερίνα, να κρύβεται πίσω από την μαύρη της ποδιά. Φάνταζε μικρός ο Οδυσσέας για δεκαοκτάχρονος έτσι όπως περπατούσε μαζί με τους γέροντες γονείς του. Κοντοστάθηκαν μπροστά μου και η αναπνοή τους αγκομαχούσε από την προσπάθεια και το προχωρημένο της ηλικίας τους. Δεν με χαιρέτησαν με λόγια, ο γέρο Λούκας σήκωσε το χέρι και η γιαγιά η Κατερίνα κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι. Δεν ήταν αυτή η γιαγιά που θυμόμουνα. Στο βλέμμα τους ούτε ένα δάκρυ. Τα μάτια στεγνά, πέτρινα. Η πίκρα και η λύπη ζωγραφισμένη στις τσακισμένες από τα χρόνια και τους καημούς φιγούρες τους. Μόνο ο Οδυσσέας έδειχνε να προσπαθεί να ανακτήσει λίγο ακόμα από το χαμένο χάδι της μάνας, καθώς η γιαγιά Κατερίνα τον κρατούσε σφικτά από το χέρι και κάθε τόσο του χάιδευε τα μαλλιά.

Μίλησε ο γέρο Λούκας και είδα το μουστάκι του να ανασηκώνεται και μια διπλή χαρακιά να σχίζει το μεσομέτωπο του. «Τη Κυριακή, μου είπε, έχουμε τη κηδεία του Οδυσσέα. Θέλουμε να έρθεις. Θα είναι όλοι εκεί»…
Εγώ να τρέμω σύγκορμος. Ο κόμπος που με έσφιγγε στο στήθος και το λαιμό να με πνίγει αφόρητα. Τα δάκρυά μου να γίνονται λυγμοί, να μην έχω μπορέσει να αρθρώσω ούτε ένα γεια.
«Στον Άγιο Γεώργιο» συμπληρώνει και γυρίζει να φύγει. Έτσι λιτά, με λέξεις λίγες, Δωρικές. Η γιαγιά Κατερίνα, χωρίς να αφήσει από το χέρι τον Οδυσσέα, με άγγιξε με το άλλο χέρι και σήκωσε τα μάτια της σε μένα, με ένα βλέμμα που έκρυβε μέσα του το πόνο της μάνας όλου του κόσμου.
«Κάτι ακόμα γιέ μου, είπε με φωνή σιγανή με ύφος σοβαρό φέροντας μαζεμένη όλη τη σοφία της ανθρωπότητας, να τους ζητήσεις συγγνώμη γιατί μέσα στην αμορφωσσιά μας τζιαι τη καθημερινή μας πάλη με την γην τζιαι τα ζωντανά –τόσα στόματα να θρέψουμεν, έν εκαταφέραμεν να ξεχωρίσουμε το καλό που το κακόν. Εν εκαταφέραμμεν να κάμμουμεν τίποτες για να αποτρέψουμμεν το κακόν, να μας συγχωρέσουν τον γιό μου».

Έσφιξε πάνω της το γιό της, γύρισαν προς τη δύση και όλοι μαζί βάδιζαν αργά προς το ηλιοβασίλεμα. Ο γέρο Λούκας να σέρνει με δυσκολία τα βήματά του και η γιαγιά Κατερίνα με τη μαύρη μαντήλα να ανεμίζει, να κρατά σφικτά των γιό της. Το χρυσοκύανο βάθος του σύμπαντος καθώς ο ήλιος έσερνε τα κουρασμένα του άλογα στο λιόγερμα έδιναν μια ατμόσφαιρα μυσταγωγίας, ζωντανεύοντας στιγμές της προδομένης ιστορίας της γης μας μαζί με τους ήρωες και τους εφιάλτες της. Το υποβλητικό φως της δύσης του ήλιου και οι τρεις φιγούρες να προχωρούν αντάμα σε με δωρική ερμηνεία Αισχύλειας τραγωδίας.


Δεν μίλησε καθόλου ο δεκαοκτάχρονος Οδυσσέας, μόνο έβλεπε τη γη ακίνητος, ανέκφραστός και σκάλιζε με τη τεράστια αρβύλα του το χώμα. Φεύγοντας όμως καθώς στύλωσε τα μάτια και με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα το παγερό, μου είπε ξεκάθαρα: 

«ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΖΗΣΩ…» 

Βασίλης Γιωργαλλάς
3/10/2014

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Μπορεί...



Μπορεί,

Κάποιος ήλιος να φωτίσει το μονοπάτι της φυγής μας
Σ' αραξοβόλι ξενο να μαζέψουμε τα συντρίμια των ονείρων μας

Μπορεί,
Μια νέα αγάπη να ζεστάνει τη παγωνιά της ψυχή μας
Ένα τραγούδι ερωτικό βάλσαμο να δώσει στον καημό μας 

Μπορεί,
Ένα λουλούδι ν’ ανθίσει στη ξενική αυλή μας
Ένα ζευγάρι χελιδόνια να φωλιάσει στη σκεπή μας

Θάλασσ’ άλλη να δροσίσει το κορμί μας...
Σπιτικό να ζεστάνει τη ψυχή μας...
Πόλη να μαζέψει τα παιδικά όνειρά μας...
Δεν μπορεί να υπάρξει άλλη…


ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

Β. Γιωργαλλάς
14/8/2014

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

«Όρνιθες» του Αριστοφάνη


Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2014, βράδυ στο Δημοτικό αμφιθέατρο Δερύνειας.

Η κωμωδία «Όρνιθες» του Αριστοφάνη από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, να φαντάζει πιο επίκαιρη από ποτέ, μέσα στην οικονομική κρίση και την ηθική εξαθλίωση των ημερών μας. Σχοινοβατώντας ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ουτοπία, στο χθες και στο σήμερα, στο βατό και το άβατο, στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια από τη μία και στην κοινωνική εξαθλίωση από την άλλη, ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου εμποτίζει με “αριστοφανικό” χιούμορ την οικονομική κρίση και τη γενική κατάπτωση αξιών.

Η λύτρωση, όπως την αναζητά και προτείνει ο ποιητής,  μέσω μιας ριζικής αλλαγής, όσο ουτοπική κι αν μοιάζει, αντανακλά την ενδόμυχη επιθυμία του σύγχρονου ανθρώπου να απεγκλωβιστεί από ατομικές και κοινωνικές δεσμεύσεις. Να δημιουργήσει μια αλλιώτικη κοινωνία, χωρίς αδικίες, ανηθικότητες και υποκρισία.

Οι Όρνιθες είναι ένα ταξίδι στην επιθυμία για ένα κόσμο ελεύθερο, ένα κόσμο δίκαιο, με αίτημα την Ευτυχία. Είναι μια ιστορία ανατροπής μιας διεφθαρμένης και παρακμιακής κοινωνίας, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια για επιβίωση, που στο τέλος υποβαθμίζει την επιθυμία για Ζωή. Βαθιά πολιτικό μήνυμα με την διάσταση της κριτικής στον κόσμο των διεφθαρμένων πολιτικών χωμένων στα πλοκάμια του πελατειακού συστήματος, αλλά ταυτόχρονα μια ποιητική παραβολή που καυτηριάζει ένα κόσμο απάνθρωπο και ονειρεύεται μια κοινωνία διαρκούς κίνησης, με φαντασία, μέσα από τις Αρχετυπικές αξίες του Δικαίου και της Αξιοκρατίας. Ουτοπική αναζήτηση, φυγή προς τον κόσμο του ονείρου και της επιθυμίας του ανθρώπου να πετάξει πάνω από τις ατομικές και κοινωνικές δεσμεύσεις του και να δημιουργήσει μια «άλλη» κοινωνία, χωρίς υποκρισία, φόβο και κοινωνική αδικία που μπορεί να φαντάζει απραγματοποίητη αλλά αν ο Άνθρωπος σταματήσει να την επιθυμεί κινδυνεύει με αφανισμό. 




Στην τραγωδία, στην παράβαση, ο Χορός στρέφεται στους θεατές μεταφέροντας τις σκέψεις του συγγραφέα-ποιητή, σχολιάζοντας και επικρίνοντας. Στη πρώτη παράβαση ο Χορός απευθύνεται στον άνθρωπό:

Άνθρωπε!
Με μαύρα σύννεφα θαρρείς
Πως ντύθηκε ο ήλιος!

Αυτός ο ήλιος…

-Ο Χορός χορό να στήσει
Να τα χώσει και να φτύσει:
-Τους διεφθαρμένους της κομπίνας τραπεζίτες
Φτου!
-Τους μιζαδόρους χαϊκλέ πολιτικούς!
Φτου!
-Του κουστουμιού και της γραβάτας τους αλήτες!
Φτου!
Τους απαθείς, των καναπέδων τους λαούς!
Φτου! Φτου! Φτου! Φτου! Φτου! Φτου!

…Αυτός ο ήλιος δεν θα σβήσει
Θα τρέχει φως απ’ τις πληγές
Θα ‘ρθουν καινούργιες εποχές.

Αυτός ο ήλιος κι αν βουλιάξει
Θα τον σηκώσουμε ξανά


Ανάμεσα στη καυστική φαιδρότητα των λόγων του Αριστοφάνη το μικρό κορίτσι, στην δεύτερη παράβαση, φορτωμένο τα συντρίμμια των νέων ανθρώπων, να απευθύνεται στον μεγάλο, με ύφος «Αισχύλειας» τραγωδίας:

«… Κοίτα!
Ήσουνα κι εσύ παιδί κάποτε
Κι εγώ κάποτε θα γίνω μεγάλος
Γι’ αυτό μη μου σβήσεις τη ζωή
Κι ούτε τον ήλιο να μου σβήσεις
Δεν θέλω στη μιζέρια τους να ζω
Δεν θέλω να σπουδάσω ανεργία!

Άκου πατρίδα όπως την ήξερες δεν υπάρχει!
Αυτή είναι όπως είναι!
Εδώ είν’ η ζωή σου! Εδώ είν’ η ζωή μου!
Κι ας νιώθουμε εξόριστοι στην ίδια την πατρίδα μας!
Μπορούμε να κάνουμε κάτι;
Ναι!

… Το χέρι σου να δώσεις στον διπλανό σου
Κι αυτός σε κάποιον άλλο να το δώσει
Κι ο άλλος σ’ έναν άλλο
Χιλιάδες χέρια να ενωθούνε
Άντρες, γυναίκες…
Και να πούμε, ΟΧΙ!
Σε τι;
Στην κάλπη.
Αποχή.
Σ’ αυτούς που την αποχή, τάχα, εξηγούν
Όπως τους βολεύει
Να εξηγήσουμε αξιοπρέπεια τι σημαίνει
Δεν είναι σιωπή η αποχή ούτε βλακεία.
Είναι φωνή, μεγάλε!
Σιωπηρή επανάσταση.
Έτσι την καταλαβαίνω.
Σ’ αυτούς που μας παρέδωσαν
Μισή πατρίδα
Και τώρα μια ερειπωμένη γη!
Πόσοι κάνανε καριέρα στην πλάτη σου!
Πόσοι γεμίσανε τις τσέπες τους με τα δικά σου όνειρα!
Άδειασε στη μούρη τους όσα όνειρα σ’ αφήσανε
Και δώσε μέλλον στα όνειρα των παιδιών σου!

…δεν ξέρω αν θ’ αλλάξει αυτός ο κόσμος
Δεν αλλάζουνε οι κόσμοι έτσι απλά
Μα κι αν ο κόσμος δεν αλλάξει
Τουλάχιστον τα χέρια μας θα μείνουν ενωμένα…

Μαμά…
Τα μέσα μου τα σύννεφα σκουριά
Στα μάτια μου του χρόνου η μολυβιά
Το δάκρυ μου ζωγράφισε
Σαν λύπη…

Να ‘ρχόταν ένα αύριο
Να ‘ρχότανε μια θάλασσα, μαμά
Τον ήλιο να μου φέρει
Να τον βάλω
Σκουλαρίκι…

Να φέγγει…
Να φέγγει τ’ όνειρο
Ξανά

Άκου, μεγάλε
Όταν με ρωτάνε τι θέλω να κάνω όταν μεγαλώσω
Εγώ τους λέω «να ζήσω»

Μ’ ΑΚΟΥΣ;

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Καλο ταξιδι Παναγιωτη

επάμεροι· τι δε τις; τι δ΄ ου τις; σκιάς όναρ άνθρωπος.



Σου είναι αδύνατον να μην συμμεριστείς την οδύνη αυτής της απώλειας... 

«…άσε ελεύθερα όλα όσα νιώθεις, αφέσου στη θλίψη και ω, άφησε αυτή τη θλίψη ν' απλωθεί, ν' απλωθεί κι άλλο, να με ξεπεράσει, έτσι που να πάψει αυτή η θλίψη να είναι δική μου»... (David Plant)

Θρήνος… Θρήνος σημαίνει «έκφραση έντονου ψυχικού πόνου με κλάματα, λυγμούς και μοιρολόγια» …το μοιρολόι, δραματοποιεί τον θάνατο, με τον σπαραγμό που αποτελεί ακραία μορφή πένθους

Αποχαιρετισμός με μια προσπάθεια  ελεύθερης μετάφρασης ενός ποιήματος του David Plant, γραμμένο για κάποιο δικό του μοιρολόι, από ανάρτηση της κόρης μου στο διαδίκτυο…

"Βάλε τους Θεούς πέρα από την πίστη,
εκεί όπου αχοβολώντας  με τα’ άρματά Τους διαβαίνουν με μια ατέλειωτη πορεία το δρόμο για το ηλιοβασίλεμα
περνώντας μέσα από φωτεινά σύννεφα
διαγράφοντας στο διάβα Τους ένα πνεύμα που θα μείνει αθάνατο στους αιώνες.
Φεύγουν, και εσύ όρθιος στη κορφή του βουνού
να τους βλέπεις να απομακρύνονται,
να τους ακούς να τραγουδούν το πένθιμο άσμα τους,
που θα συνεχίσει να ακούγεται και όταν θα έχουν φύγει,
συνοδευόμενο από άρπα, Αιολική,  που οι μελωδίες της βγαίνουν στο φύσημα του ανέμου,
συμφωνική αρμονία στο σύμπαν…
Εσύ,
κράτησέ Τους για πάντα μέσα στις προσευχές σου".



Συνοδευόμενος με τις προσευχές, τη θλίψη και το μοιρολόι μας πορεύσου τη μακαρία οδό, Παναγιώτη… πορεύσου στο συναπάντημα της αιώνιας μοίρας μας επιβεβαιώνοντας τον Μένανδρο…  

«ον οι θεοί φιλούσιν αποθνήσκει νέος»…



Β. Γιωργαλλάς
27/6/2014





'Put the Gods beyond belief, there where
Their chariots rumble in a long parade, All on their way to where the sun sets
Among bright clouds, and as they ride
Invoke in them a spirit that will survive
Their going, you standing on a mountain top
To see them as they go, to hear them sing
Their dying song, a song still heard
After they have gone, accompanied by
An Aeolian harp played by the winds
That harmonise the universe,
And keep them in your prayers. '


David Plant

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Μάνα συγγνώμη και …σ΄ευχαριστώ!


“Κυβέλα, Μάτερ θεών”  
προσφωνεί ο Πίνδαρος  τη θεά Κυβέλη, τη μητέρα των θεών. Από τη αρχαιότητα υπάρχουν αναφορές στη  γιορτή και την λατρεία της μάνας… H Παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας είναι μέρα εορτασμού της μητρότητας και των ευχαριστιών προς τη μητέρα,  που καθιερώθηκε στις 9 Μαΐου του 1914, όταν ο τότε αμερικανός πρόεδρος Ουίλσον υπέγραψε σχετική προκήρυξη. Έκτοτε, γιορτάζεται ως Παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας η δεύτερη Κυριακή του Μαΐου.

Το αφιέρωμα που ακολουθεί από ένα σεργιάνι στο διαδίκτυο (Δεν έγινε κατορθωτό να εξευρεθεί η πρωτογενής πηγή του)…

Ένας νεαρός άνδρας πήγε να υποβάλλει αίτηση για μια διευθυντική θέση σε μια μεγάλη εταιρεία . Αφού πέρασε την αρχική συνέντευξη , έπρεπε τώρα να συμφωνήσει και ο γενικός διευθυντής για την πρόσληψη.
Ο διευθυντής ανακάλυψε από το βιογραφικό του, ότι ο νεαρός είχε εξαιρετικές ακαδημαϊκές σπουδές. Ρώτησε, «Πως κατάφερες να κάνεις αυτέ τις σπουδές; Μήπως πήρες υποτροφίες;»
«Όχι του απάντησε ο νεαρός».
«Ο πατέρας σου κατέβαλλε όλα αυτά τα δίδακτρα;» ρώτησε ξανά ο διευθυντής.
«Ο πατέρας μου κύριε πέθανε όταν ήμουν ενός έτους, η μητέρα μου ήταν αυτή που πλήρωνε τα δίδακτρά μου» Απάντησε.
« Που εργάζεται η μητέρα σου;»
«Η μητέρα μου εργάζεται ως καθαρίστρια ρούχων. Πλένει ρούχα για άλλους»
Ο διευθυντής ζήτησε τότε από το νεαρό να του δείξει τα χέρια του. Ο νεαρός έδειξε τα χέρια του τα οποία ήταν λεία και πολύ απαλά.
«Έχεις βοηθήσει ποτέ τη μητέρα σου στο πλύσιμο των ρούχων;»
«Ποτέ, η μητέρα μου ήθελε πάντα να μελετώ και να διαβάζω όσο το δυνατόν περισσότερο. Εκτός αυτού, η μητέρα μου πλένει τα ρούχα πιο γρήγορα από μένα.
Ο διευθυντής είπε: «Θέλω να σου ζητήσω κάτι. Όταν πας σπίτι σήμερα, πήγαινε να καθαρίσεις τα χέρια της μητέρας σου και θα τα ξαναπούμε αύριο το πρωί».
Ο νεαρός θεώρησε ότι οι πιθανότητες να πάρει τη θέση, ήταν πολύ μεγάλες. Όταν πήγε πίσω στο σπίτι, ζήτησε από τη μητέρα του να τον αφήσει να καθαρίσει τα χέρια της. Η μητέρα παραξενεύτηκε και με ανάμεικτα συναισθήματα άπλωσε τα χέρια της προς το γιο της.
Ο νεαρός άρχισε να πλένει τα χέρια της μητέρας του σιγά-σιγά, ενώ δάκρυα έσταζαν από τα μάτια του όση ώρα το έκανε αυτό. Ήταν η πρώτη φορά που παρατήρησε ότι τα χέρια της μητέρας του ήταν τόσο ζαρωμένα, και ότι υπήρχαν τόσες πολλές μελανιές πάνω τους. Μερικές μελανιές μάλιστα ήταν τόσο οδυνηρές, που η μητέρα του βογκούσε όταν τις άγγιζε.


Ήταν η πρώτη φορά που ο νεαρός συνειδητοποίησε ότι ήταν αυτά τα χέρια που έπλεναν σε καθημερινή βάση ρούχα για να μπορέσει να πληρώσει τα δίδακτρά του. Οι μελανιές στα χέρια της, ήταν το τίμημα που η μητέρα έπρεπε να πληρώσει για την εκπαίδευσή του και το μέλλον του παιδιού της.

Μετά τον καθαρισμό των χεριών της μητέρας του, ο νεαρός άρχισε να πλένει σιγά – σιγά όλα τα ρούχα που είχαν στοιβαχτεί για πλύσιμο, μονολογώντας «Μάννα συγγνώμη και σ' ευχαριστώ για όλα» Μάννα συγγνώμη και σ' ευχαριστώ για όλα»... ενώ δάκρυα συνέχιζαν να τρέχουν από τα μάτια του.
Εκείνο το βράδυ, μητέρα και ο γιος έκατσαν και κουβέντιασαν για αρκετή ώρα.
Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ο νεαρός πήγε στο γραφείο του διευθυντή συγκινημένος και βουρκωμένος, βλέποντάς τον έτσι, τον ρώτησε.
«Για πες μου λοιπόν, τι έγινε χθες στο σπίτι σου; Τι έκανες; Έμαθες κάτι καινούργιο»
Ο νεαρός απάντησε: «Καθάρισα τα χέρια της μητέρας μου, αλλά και έπλυνα τελικά όλα τα ρούχα που είχε για πλύσιμο»
«Τώρα κατάλαβα και εκτίμησα την προσπάθεια της μητέρας μου. Χωρίς τη μητέρα μου, δεν θα ήμουν αυτό που είμαι σήμερα. Συνειδητοποίησα με την πράξη αυτή, πόσο σημαντική είναι η βοήθεια που σου προσφέρουν οι άλλοι. Έχω καταλήξει να εκτιμώ την αξία και τη σημασία που έχει το να βοηθά ο ένας τον άλλο στην οικογένεια και στην κοινωνία»

Ο διευθυντής τότε του είπε: «Αυτό είναι που ψάχνω σε ένα συνεργάτη. Θέλω να προσλάβω ένα άτομο που δεν θα σκέφτεται μόνο το εαυτό του, που μπορεί να γνωρίζει και να εκτιμά τη βοήθεια, τις προσπάθειες και τα δεινά των άλλων, για να επιτευχτούν κάποια πράγματα στη ζωή και δεν θα θέτει τα χρήματα ως μοναδικό στόχο του στη ζωή του. Έχεις προσληφθεί»


Αυτό το νεαρό άτομο εργάστηκε πολύ σκληρά, έλαβε αξιώματα στην επιχείρηση και απολάμβανε το σεβασμό των υφισταμένων του. Κάθε εργαζόμενος που είχε, εργάστηκε επιμελώς και ως ομάδα με τους υπόλοιπους. Οι επιδόσεις της εταιρείας βελτιώθηκαν σημαντικά.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Κωνσταντίνος Κουκίδης

27 Απριλίου 1941


Ο φαντάρος Κωνσταντίνος Κουκίδης, στην Καλλιθέα μεριά του Βράχου πρέπει να υποστείλει την Ελληνική Σημαία... οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα...





Ο στρατιώτης Κώστας Κουκίδης, σήκωσε για πολλοστή φορά το βλέμμα και στύλωσε τα μάτια στη γαλανόλευκη, που ο πρωινός αέρας την έκανε να πλαταγίζει.


«Αυτό είναι το ιερό πανί, το γαλανό και τ’ άσπρο, κομμάτι απ’ ανοιξιάτικο και...» πήρε να ψιθυρίζει τα λόγια του ποιητή…
«Ο ελεύθερος άνθρωπος ποτέ δε νικιέται», ξεστόμισε δυνατά… λόγια που τα έλεγε συχνά ο δάσκαλος του… τα είχε πιστέψει... τούτο το πρωινό τα πίστευε πιότερο παρά ποτέ. 
…έπιασε το κορδόνι… έστρεψε το βλέμμα προς τα πάνω… να δει για τελευταία φορά το σύμβολο της πατρίδας του να κυματίζει στον καταγάλανο αττικό ουρανό. 
…τα μάτια του πλημμύρισαν, το γαλάζιο τ’ ουρανού έγινε γκρίζο και το περίγραμμα της σημαίας θολό…
«Αυτό είναι το ιερό πανί… το γαλανό και τα’ άσπρο…» άρχισε να λέει καθώς κατέβαζε αργά αργά τη σημαία.




Για μερικές στιγμές κοίταξε με περιφρόνηση τους εχθρούς. Ύστερα έκανε μεταβολή κι άρχισε να βαδίζει προς την άκρη του βράχου.

…όταν έφτασε στο χείλος του γκρεμού γύρισε και κοίταξε τους εχθρούς με μάτια που πετούσαν φλόγες... τυλίχτηκε την ελληνική σημαία και ρίχτηκε στο κενό...





Από το βιβλίο του Γιώργου Πολυράκη, "Οι αετοί πεθαίνουν ελεύθεροι"


Δείτε το μικρό αφιερώμα στη πιο κάτω σελίδα: 

https://www.facebook.com/photo.php?v=10201144732088719&set=vb.1482193977&type=2&theater


27 Απριλίου 2014...

Με κούρασαν οι μπλε και οι κόκκινες σημαιούλες. Με κούρασαν οι κύριοι με τις γραβάτες που με κοροϊδεύουν κάθε μέρα στο γυαλί...

Εσείς αδέρφια μπλε και Εσείς αδέρφια κόκκινα όταν Εσείς βρίζεστε... κάπου... οι τάφοι τρέμουν... γιατί ο Γρηγόρης, ο Ευαγόρας, ο Κυριάκος, ο Φώτης, όλοι όσοι πρόταξαν τα νεανικά τους στήθη απέναντι στους κατακτητές και εισβολείς, δεν έπεσαν ούτε για το ΑΓΓΕΛΑΚΙ ούτε για το ΣΦΥΡΟΔΡΕΠΑΝΟ. Έπεσε για τη σημαία την μπλε με το λευκό σταυρό που οι μισοί την καίτε και οι άλλοι μισοί την εκμεταλλεύεστε και την καπηλεύεστε για κομματικά οφέλη και προσωπικά συμφέροντα. 


Μας αξίζει ένα καλύτερο μέλλον σ’ αυτή τη γη που μας μεγάλωσε...


Αυτή η γη δεν είναι βαμμένη με τα χρώματα που βάφετε τα γήπεδα, τα καφενεία, τα κόμματα και τα σωματεία σας...

Αυτή η γη δεν είναι βαμμένη με το δικό σας μπλε ούτε με το δικό σας κόκκινο... Αυτή η γη είναι βαμμένη με το μπλε της Ελλάδας και το κόκκινο του αίματος...

Βασίλης Γεωργαλλάς
27/4/2014

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Ο Άγιος Γεώργιος ο Εξορινός


Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Εξορινού, βρίσκεται στην εντός των τειχών παλιά πόλη της Αμμοχώστου και πιθανόν να ταυτίζεται με τη νεστοριανή εκκλησία που κτίστηκε στην Αμμόχωστο γύρω στα 1359-1360μ.Χ. Είναι μία από τις περίπου 365 εκκλησίες (οι περισσότερες σήμερα είναι ερείπια) που κτίστηκαν επί Φραγκοκρατίας. Σύμφωνα με τον Λεόντιο Μαχαιρά (Κύπριο χρονογράφος από τα μέσα του 14ου αι. μέχρι περίπου τα μέσα του 15ου αι.), ο νεστοριανός ναός είχε κτιστεί περί τα μέσα του 14ου αιώνα από τους πλούσιους αδελφούς εμπόρους Λαχανεστούρη ή Ουλαχά. Οι Νεστοριανοί ήλθαν στην Αμμόχωστο μετά την πτώση της Άκρα το 1291, ήταν κυρίως έμποροι που αποτελούσαν την πλουσιότερη τάξη της Αμμοχώστου. Γράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς για τους αδελφούς Λαχά: «Ο οποίος επολόμαν κατά την πίστη του πολλά ψυσικά και έκτισεν και την εκκλησία τους Νεστορήδες απού γης».


Ένα θεσπέσιο δείγμα Γοτθικού ρυθμού, που παρουσιάζει ομοιότητες με το Αββαείο του Μπέλλαπαϊς. Ο ναός αρχικά ήταν μονόκλιτος και κατέληγε σε ημικυκλική αψίδα και ο κεντρικός χώρος καλυπτόταν με σταυροθόλια ενώ η αψίδα με τεταρτοσφαίριο. Αργότερα ο ναός διευρύνθηκε με την προσθήκη δυο πλάγιων κλιτών και ανοίχθηκαν δύο οξυκόρυφα τόξα στο βόρειο και στο νότιο τοίχο της εκκλησίας για να επικοινωνούν μεταξύ τους τα κλίτη. Ο διάκοσμος της εκκλησίας ήταν περιορισμένος αλλά γενικά ο ναός παρουσίαζε μια αρμονία και απλότητα. Οι περισσότερες από τις τοιχογραφίες και τις ανάγλυφες παραστάσεις που κοσμούσαν την εκκλησία, έχουν καταστραφεί. Οι λίγες τοιχογραφίες που σώζονται χρονολογούνται σε δύο περιόδους: αυτές του 14ου αιώνα που φέρουν βυζαντινές επιδράσεις, και αυτές του 15ου αιώνα με αναφορές στην ιταλική και συριακή νοοτροπία, να παρουσιάζουν όρθιους αγίους με συριακές επιγραφές, στοιχείο που ενισχύει την πιθανότητα ο ναός να είναι των νεστοριανών.


Όταν η πόλη κυριεύτηκε από τους Οθωμανούς το 1571, ο ναός αυτός βομβαρδίστηκε από τα τουρκικά πυρά και παρέμεινε έρημος για πολλά χρόνια, ή χρησιμοποιήθηκε ως αποθηκευτικός χώρος, ακόμη και στάβλος για καμήλες... Για περισσότερα από 300 χρόνια τα σήμαντρα του ναού σώπασαν… μέχρι το 1905. Το 1905 όταν η Κύπρος είχε περιέλθει υπό αγγλική κατοχή (από το 1878), ο Μιχαλάκης Λοϊζίδης, ναυτιλιακός πράκτορας από το Βαρώσι, εξασφάλισε άδεια από τον Άγγλο διοικητή να καθαρίσει την εκκλησία. Ο γνωστός στην εποχή εργολάβος του λιμανιού (χαμάλπασιης) Κιαμιλής, προμήθευσε δωρεάν, άριστης ποιότητας ξύλο για πόρτες και παράθυρα.  Επειδή η εκκλησία αρχικά ανήκε  στους Νεστοριανούς, έπρεπε να μυρωθεί για να γίνει Ορθόδοξη. Η εκκλησία μυρώθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο, τον λεγόμενο Κυριλλάτσο, το 1906. Από τότε άρχισε να λειτουργεί ο Άγιος Εξορινός με πρόεδρο της Επιτροπείας τον Μιχαλάκη Λοϊζίδη και με ιερέα δανεικό από το χωριό Κοντέα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ήλθε στο Βαρώσι με άλλους πρόσφυγες ο ιερέας Παπά-Μανέας ο οποίος και διορίστηκε εφημέριος της ενορίας Αγίου Γεωργίου Εξορινού.


Η ονομασία του ναού οφείλεται στην παράδοση που λέει ότι όποιος ήθελε να απαλλαγεί από έναν εχθρό, μάζευε σκόνη από το δάπεδο της εκκλησίας και το σκόρπιζε γύρω από την κατοικία του εχθρού του και πάνω από τα τείχη και έξω από την πόλη ώστε ο εχθρός να εγκαταλείψει την Αμμόχωστο. Για αυτό το λόγο ο Άγιος Γεώργιος ονομάστηκε Εξορινός.

Στην ενορία του Αγίου Γεωργίου Εξορινού, στην παλιά Αμμόχωστο,  κατοικούσαν πολλοί Ελληνοκύπριοι, λειτουργούσε ελληνικό Δημοτικό Σχολείο και υπήρχαν τοπικές αρχές με μουχτάρη (κοινοτάρχη). Οι διαμάχες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων είχαν σαν αποτέλεσμα όλοι οι Ελληνοκύπριοι να εγκαταλείψουν την εντός των τειχών Αμμόχωστο το 1957. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Εξορινού ερημώνεται και πάλι. Τα τελευταία χρόνια η εκκλησία, που έχουν αφαιρεθεί από μέσα οι εικόνες, χρησιμοποιείται από το Πανεπιστήμιο Ανατολικής Μεσογείου, ως αίθουσα συναυλιών και ως «Πολιτιστικό Κέντρο».


Τον Δεκέμβρη του 2013 μετά από άδεια που εξασφάλισαν από τις κατοχικές αρχές, η ομάδα πρωτοβουλίας ''ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ Η ΠΟΛΗ ΜΑΣ'' σε συνεργασία με την FAMAGUSTA INITIATIVE, πρωτοστατούντος του Μητροπολίτη Κωνσταντίας Βασίλειου, η εκκλησία επαναλειτούργησε μετά από 57 χρόνια σιωπής…  


Ο τελευταίος Επιτάφιος σύμφωνα με την Μαρία Δημητρίου, θυγατέρα του τελευταίου ιερέα της εκκλησίας, ξεκίνησε το 1956 από τον ιστορικό ναό πέρασε από τον Άγιο Νικόλα και βγήκε από την πύλη του Λιμανιού να συναντήσει τους άλλους επιτάφιους της πόλης…

Μαραγκού Γ Άννα, Κούτας Γ Ανδρέας (2005). «ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ, Η Ιστορία της Πόλης», Λευκωσία
http://www.philenews.com/el-gr/koinonia-epistoles/441/178101/o-agios-georgios-o-exorinos#sthash.wgEsToVF.dpuf
http://www.philenews.com/el-gr/top-stories/885/195393/istoriki-leitourgia-stin-entos-ton-teichon-ammochosto#sthash.iGB5d71a.dpuf

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΗΡΩΑΣ 

Πέρασαν σήμερα 59 χρόνια μετά από εκείνο το χάραμα τις 1ης του Απρίλη του 1955, από εκείνο το συναπάντημα της μοίρας, εκείνο το ανδροκάλεσμα του θανάτου, όπου μια δράκα αμούστακα παιδιά μετέτρεψαν τη σκλάβα γη σε βωμό δόξας ουρανόφταστης…

Αρχίζοντας οποιανδήποτε αναφορά για το 55 χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε ότι ένας είναι ο μεγάλος ήρωας του, ο λαός. Το πότισε με το αίμα του και το’ θρεψε με τις θυσίες του. Δίχως τα ανώνυμα παλικάρια που σβάρνιζαν τα βουνά και τους λόγγους, λευτεριά δεν βλέπαμε. Αυτοί, οι ταπεινοί και ξεχασμένοι, μας τη χάρισαν. Μέσα από αυτά τα ανώνυμα παλληκάρια που γέννησε η Κύπρια γη, παιδιά αμούστακα πλασμένα μέσα στο πρόωρο αγροτικό μόχθο, ξεπήδησαν οι Αυξεντίου, οι Μάτσηδες, οι Παλληκαρίδιες… Αυτούς λοιπόν ας στολίσουμε με το χρυσό στεφάνι της δόξας. Στη μνήμη αυτού, του άγνωστου ήρωα –που είναι άντρας, και γυναίκα, και παιδί- ας στήσουμε το πιο λαμπρό άγαλμα της ευγνωμοσύνης μας.

Η φλόγα της λευτεριάς άσβεστη στο αργοκύλισμα των αιώνων… μέχρι κείνο το πρωταπριλιάτικο πρωινό, που μη έχοντας άλλη διορία, αρνηθήκαμε από το τραπέζι το ψωμί και το παλιό κρασί, σφίξαμε στις χούφτες των χεριών τις θυμωμένες μας κραυγές… ακόμα τούτη την Άνοιξη… Ραγιάδες… τούτο το καλοκαίρι… μέχρι να σηκωθεί η καρδιά της γης κατά τον ήλιο… 


Βάραινε στη καρδιά το παραμύθι… βάραινε στα στήθια η σκλαβιά… Η σκλαβιά να σιγόβραζε αιώνες… η σκλαβιά να υποδαυλίζει την άσβεστη του μεγάλου πόθου για λευτεριά φλόγα, να γίνεται ολοένα και πιο αβάσταχτη…
Τότε κινήσαμε να ανταμώσουμε το αίμα σας. Το αίμα σας που δεν ξεράθηκε σε μια μπουνιά γαλάζιο ουρανό, με έναν ήλιο από φωτιά, με ένα ηφαίστειο να αχνίζει στ’ ανοιχτό στέρνο. Τότε πήραμε τον δρόμο σας. Τον πανάρχαιο εκείνον δρόμο που περπάτησαν οι πρόγονοί μας πάππου προς πάππο... 

Τότε πήραμε τα βουνά βλογώντας με μπόμπες τον Απρίλη, πήραμε τα βουνά κραυγάζοντας την Άνοιξη της γης που ξέκοψε μοναδική μέσα από τους αιώνες της σιωπής… ακρίτες φρουροί, αιώνιοι εραστές της λευτεριάς… ανδροκαλέσαμε τον θάνατο και πάλι στα μαρμαρένια αλώνια του μύθου και της ιστορίας…

Και είπαμε, τούτη η Άνοιξη δεν είναι για ζωή, τούτη η Άνοιξη δεν είναι για τ’ αλέτρι και τον έρωτα... κι’ είπαμε τούτη η Άνοιξη, μυρίζει ΛΕΥΤΕΡΙΑ… 

Β. Γεωργαλλάς, 1/4/2013

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Του Μωριά ο Γέρος



Ήτανε, λέει μήνας Ιούνιος, παλιά πολύ παλιά, στα 1822… Ο Δράμαλης με ασκέρι 30000 νοματαίους φτάνει αντουφέκιστος στο Μοριά… Ο Μαυροκορδάτος δίνει δίμηνη άδεια απουσίας στον εαυτό του … Ο Κωλέττης με έγγραφο ονομάζει προδότη τον Κολοκοτρώνη… και οι πολιτικάντηδες μπαίνουν στα καράβια και εγκαταλείπουν το Ναύπλιο αφού πρώτα βγάζουν προκήρυξη καλώντας το λαό … «είτε όλοι να σκοτωθείτε, είτε να λευτερωθούμε». Το Ανάπλι πέφτει από πενήντα καβαλαραίους… Ο Δράμαλης στέλνει μήνυμα στη Μεγάλη Πύλη ότι «έπνιξε το χαΐνη-ζορμπαλίκι» και ο Άγγλος Πρέσβης διαβιβάζει τα συχαρίκια στον Ρεΐζ Εφέντη… όλα δείχνουν να χάνονται…


Όμως, γράφει ο Φωτιάδης…

Είναι κάτι γέρικα πλατάνια, που πάνω τους κύλησαν οι αιώνες με τις αντάρες, τους ανεμοστρόβιλους, τις μπόρες, τα χαλάζια και τ’ αστροπελέκια τους κι αυτά ορθώνονται πάντα περήφανα κι ακατάλυτα. Ε, τέτοιος ήταν κι ο Κολοκοτρώνης. Γι αυτό και ο λαός τον είπε Γέρο του Μοριά. Κυνηγημένος, τότες από τους πολιτικάντηδες και τους κοτζαμπάσηδες μας, ορθώθηκε ατρόμητος αντίκρυ στην καταιγίδα. Όταν κανείς πια δεν κυβέρναγε κι όλα φαίνονταν χαμένα, τρέχει παντού, γκαρδιώνει, φοβερίζει, προστάζει, ενθουσιάζει.


Ο λαός σ’ αυτόν πια ελπίζει κι αυτόν εμπιστεύεται. Απ’ όπου κι αν περνάει τον κοιτάζουν με θαυμασμό και με δάκρυα στα μάτια… Σώσε μας, Γέρο!
Πέρασαν από τότες 191 χρόνια. Τα διαβάζει κανείς αυτά και κλαίγει η καρδιά του, βλέποντας το πώς φέρνονται τα τζάκια κι οι πολιτικάντηδες στους ήρωες που μας λευτέρωσαν… στον απλό λαό που ανέκαθεν θυσιάζει τα παιδιά του στο βωμό της ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ!!!



Β. Γεωργαλλάς 25/3/2013